Η λειτουργία του Traverso Rossa, μεταφέρεται σταδιακά στο νέο site,

# Marxism.

Ωστόσο, το υπάρχον blog και το υλικό που περιέχει, θα παραμείνουν προσβάσιμα.



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρλ Μαρξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρλ Μαρξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

06 Μαΐου 2014

Η μονταζιέρα, ο υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ και ο Μαρξ




Γενέθλια του Μαρξ και τα αφιερώματα στο πρόσωπό του δίνουν και παίρνουν. Φιλοξενούνται σε ιστοσελίδες διαφόρων αποχρώσεων. Ευκαιρία και για τον υποψήφιο του ΣΥΡΙΖΑ, Στέλιο Κούλογλου, να δώσει λίγο χώρο στον Κάρολο, παραθέτοντας φωτογραφίες με κάποια τσιτάτα του (link). Μόνο που βάζοντάς τα στην … αριστερή του μονταζιέρα κάνει τον Μαρξ να φαντάζει ασυνάρτητος νεοαριστερός. Έτσι είναι. ‘Όταν απομονώνεις μια ατάκα από το συγκείμενο της, από το πλαίσιο στο οποίο γράφεται ή λέγεται, τότε τα συμπεράσματα μπορεί να είναι πολύ παραπλανητικά. Λέτε σκόπιμα ο Κούλογλου να θέλει να διαστρεβλώσει τον Μαρξ; Μπα, δεν είναι τέτοιος άνθρωπος. Άλλωστε το ταξικό του ένστικτο είναι γνωστό και το έχουμε σχολιάσει παλαιότερα.

Πάμε όμως να δούμε μερικές από τις φωτογραφίες-ατάκες του Μαρξ και να εξηγήσουμε.

Read more »

24 Νοεμβρίου 2013

Ποίηση "φτιαγμένη από σεληνόφως", από τον Karl Marx



Παρ' όλο που παραμένει για τους περισσότερους άγνωστο, ο Καρλ Μαρξ έγραφε και ποίηση. Το αντικείμενο των ερωτικών ποιημάτων του ονομάζεται Τζένη Φον Βεστφάλεν, μια δεσποινίδα τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του, "σπάνια διασταύρωση σκωτσέζικης και πρώσικης αριστοκρατίας".



Οι δύο νέοι αρραβωνιάστηκαν στα κρυφά το 1836 (ο Μαρξ ήταν σε ηλικία μόλις 18 χρονών) κι ο αρραβώνας του διήρκεσε 7 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων ο υπομονετικός Καρλ απηύθυνε 4 τόμους (!) με ποιήματα ερωτικών και ρομαντικών εμπνεύσεων προς τη μέλλουσα σύζυγό του. Η Τζένη, ωστόσο κι ο πατέρας του, Χάινριχ Μαρξ, αποθάρρυναν την ενασχόλησή του με τα ερωτικά ποιήματα. Ο πατέρας του, μάλιστα τον παρότρυνε να αφήσει τα ερωτόλογα και να ασχοληθεί σοβαρά με τη σύνθεση μιας ωδής για τη νίκη της Πρωσίας στο Βατερλώ. Η μέλλουσα μνηστή του από την άλλη, προσπαθούσε συχνά να επαναφέρει τον Καρλ στην πραγματική ζωή προτρέποντάς τον να παρατήσει τη λύρα των στοργικών στοχασμών και να ασχοληθεί με την επιστημονική έρευνα, καθώς (όπως αναφέρει κι ο Ευγένιος Αρανίτσης στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης των ερωτικών ποιημάτων του Μαρξ) "αντιλαμβανόταν τη φιλοσοφική ιδιοφυΐα του πολύ πιο καλά απ' ότι την αντιλαμβάνονταν αργότερα ο Χρουτσώφ ή η χήρα του Μάο".


Η ποίηση του Μαρξ δεν είναι σπουδαία λογοτεχνικά. Θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε στομφώδη και μέτρια από τεχνική άποψη. Είναι, όμως, πέρα για πέρα ειλικρινής και μπορεί να μην είναι σημαντική για την ανθρωπότητα όσο το πολιτικό του έργο, αποτελεί όμως αναπόσπαστο τμήμα του, γιατί ο Μαρξ-ποιητής είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Μαρξ-φιλόσοφο.

Ο παλιομοδίτικος γερμανικός ρομαντισμός μας ταξιδεύει σε βραδινούς περιπάτους, κλεφτά φιλιά κι υποσχέσεις αιώνιας αγάπης. Ο Καρλ πιστεύει ότι η αγαπημένη του είναι "φτιαγμένη από σεληνόφως" και παραδίδεται πλήρως στο πρωτόγνωρο συναίσθημά του. Αυτή είναι ίσως η πιο έντονη έκφραση της ανθρώπινης πλευράς του ανθρώπου που έθεσε τις βάσεις του κομμουνισμού και κάλεσε τους προλετάριους όλου του κόσμου να αγωνιστούν εναντίον της εκμετάλλευσης.

Εμείς θεωρούμε ενδιαφέρον να διαβάσουμε αυτά τα ποίηματά και σας καλούμε να μην τα περιφρονήσετε...Σας παραθέτουμε ένα από τα μεταφρασμένα ποιήματά του, γιατί οι άνθρωποι που ονειρεύονται την ελευθερία είναι αυτοί που αγαπούν με το πιο πολύ πάθος!

Στην Τζένη

Ι

Τζένη, γελώντας θα μπορούσες να ρωτήσεις, γιατί "Στην Τζένη" απευθύνω τα τραγούδια μου,
Όταν για σένα μόνον ο σφυγμός χτυπάει πιο γρήγορα,
Όταν για σένα το τραγούδι μου ηχεί μ'απελπισία,
Κι όταν εσύ μονάχα με εμπνέεις,
Όταν σε κάθε λέξη βρίσκω τ'όνομά σου,
Όταν χαρίζεις μελωδία σε κάθε ήχο,
Κι όταν η κάθε ανάσα σου είναι θεϊκή,
Γλυκά τ'ωραίο σου όνομα ηχεί
Και ο ρυθμός του πάλι μου μιλάει
Κι ο πλούσιός του ήχος είναι μουσική,
Σαν τις δονήσεις των πνευμάτων στο σκοτάδι
Και σαν την αρμονία κάποιας χρυσής χορδής,
Μιας ύπαρξης υπέροχης και μαγικής.

ΙΙ

Βλέπεις! Θα γέμιζα χιλιάδες τόμους,
Γράφοντας μονάχα τη λέξη Τζένη,
Βιβλία που θα φανέρωναν έναν κόσμο σκέψης,
Κατόρθωμα αιώνιας θελήσεως,
Στίχοι που τρυφερά καταπραϋνουν κάθε πόθο,
Κάθε λάμψη, κάθε αιθέρια αστραπή,
Κάθε πόνο, κάθε θλίψη κι αγωνία,
Αλλά και κάθε ουράνια ευτυχία,
Κάθε ζωή και κάθε ανθρώπινη Σοφία.
Μπορώ να τα διαβάσω στα αστέρια
Κι η αναπνοή του Ζέφυρου τα ξαναφέρνει,
Από τους άγριους κεραυνούς της καταιγίδας.
Ω! Στ'αλήθεια θα τα γράψω σαν ρεφραίν,
Ώστε οι γενιές που έρχονται να ξέρουν:
ΤΖΕΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ.



resistancetoujours via Κόκκινος Τύπος

Read more »

09 Απριλίου 2012

Ο Μάρξ για τις τράπεζες δημιουργούς χρήματος και το δημόσιο χρέος


(Κ. Μάρξ, Κεφάλαιο, Τόμος
Ι, σ. 779-781)


«Το σύστημα της δημόσιας πίστης, δηλ. των κρατικών χρεών, που τις αρχές του τις ανακαλύπτουμε κιόλας στο μεσαίωνα στη Γένουα και στη Βενετία, διαδόθηκε σ’ όλη την Ευρώπη στη διάρκεια της περιόδου της μανιφακτούρας. Το αποικιακό σύστημα με το θαλάσσιο εμπόριό του και με τους εμπορικούς του πολέμους τού χρησίμευσε σαν θερμοκήπιο. Έτσι στέριωσε πρώτα στην Ολλανδία. Το δημόσιο χρέος, δηλ. το ξεπούλημα του κράτους –αδιάφορο αν είναι απολυταρχικό, συνταγματικό ή δημοκρατικό κράτος– βάζει τη σφραγίδα του στην κεφαλαιοκρατική εποχή. Το μοναδικό κομμάτι του λεγόμενου εθνικού πλούτου, που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού, είναι το δημόσιο χρέος τους. Γιαυτό είναι πέρα για πέρα συνεπής η σύγχρονη θεωρία που λέει πως ένας λαός γίνεται τόσο πιο πλούσιος, όσο πιο βαθιά βουτιέται στα χρέη. Το δημόσιο χρέος γίνεται το credo [πιστεύω] του κεφαλαίου. Και από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματος ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δημόσιο χρέος.
Καρλ Μαρξ


Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σαν με μαγικό ραβδί προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο, χωρίς νάναι υποχρεωμένο να εκτεθεί στους κόπους και στους κινδύνους που είναι αχώριστοι από τη βιομηχανική μα ακόμα κι από την τοκογλυφική τοποθέτηση. Οι πιστωτές του δημοσίου στην πραγματικότητα δεν δίνουν τίποτα, γιατί το ποσό που δανείζουν μετατρέπεται σε κρατικά ευκολομεταβιβάσιμα χρεώγραφα, που στα χέρια τους εξακολουθούν να λειτουργούν, όπως θα λειτουργούσαν αν ήταν ισόποσο μετρητό χρήμα. Άσχετα όμως και από την τάξη των αργόσχολων εισοδηματιών που δημιουργείται μ’ αυτό τον τρόπο και τον αυτοσχέδιο πλούτο των χρηματιστών που παίζουν το ρόλο του μεσίτη ανάμεσα στην κυβέρνηση και το έθνος –καθώς και των φοροενοικιαστών, των εμπόρων, των ιδιωτών εργοστασιαρχών, που μια καλή μερίδα κάθε κρατικού δανείου τούς προσφέρει την υπηρεσία ενός κεφαλαίου πεσμένου από τον ουρανό– το δημόσιο χρέος έχει δημιουργήσει τις μετοχικές εταιρείες, το εμπόριο με συναλλάξιμες αξίες όλων των ειδών, την επικαταλλαγή, με δυο λόγια: το παιχνίδι στο χρηματιστήριο και τη σύγχρονη τραπεζοκρατία».

0ι στολισμένες με εθνικούς τίτλους μεγάλες τράπεζες ήταν από τη γέννηση τους απλώς εταιρίες ιδιωτών σπεκουλάντηδων πού στάθηκαν στο πλευρό των κυβερνήσεων και που χάρη στα προνόμια πού πήραν, ήταν σε θέση να δανείζουν σ αυτές χρήματα. Γι αυτό η διόγκωση τον δημόσιου χρέους δεν έχει άλλον πιο αλάθητο μετρητή από την προοδευτική άνοδο των μετοχών αυτών των τραπεζών, που ή πλέρια ανάπτυξή τους χρονολογείται απ την ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας (1694). Η Τράπεζα τής Αγγλίας άρχισε τη δράση της δανείζοντας στην κυβέρνηση τα χρήματα της με τόκο 8%. Ταυτόχρονα είχε εξουσιοδοτηθεί από τη βουλή από το ίδιο κεφάλαιο να κόβει νόμισμα, δανείζοντας το ακόμα μια φορά στο κοινό με τη μορφή τραπεζογραμματίων.

Με τα τραπεζογραμμάτια αυτά, είχε το δικαίωμα να προεξοφλεί συναλλαγματικές, να δανείζει επί ενεχύρω εμπορευμάτων καί ν' αγοράζει ευγενή μέταλλα Δεν πέρασε πολύς καιρός και το πιστωτικό αυτό χρήμα, που δημιούργησε ή ίδια, έγινε τό νόμισμα, μέ το οποίο ή Τράπεζα της Αγγλίας έδινε δάνεια στο κράτος και πλήρωνε για λογαριασμό του κράτους τους τόκους του δημόσιου χρέους. Και σα να μην ήταν αρκετό ότι έδινε με τό ένα χέρι για να εισπράττει περισσότερα μέ το άλλο. έμενε, ακόμα καί τη στιγμή πού εισέπραττε, αιώνιος πιστωτής του έθνους ως την τελευταία πεντάρα πού είχε δόσει. Σιγά-σιγά έγινε ό αναπόφευχτος φύλακας του μεταλλικού θησαυρού τής χώρας καί το κέντρο έλξης όλης τής εμπορικής πίστης. Τόν ίδιο καιρό πού έπαψαν στην Αγγλία να καίνε μάγισσες, άρχισαν νά κρεμούν παραχαράκτες τραπεζογραμματίων. Ποια είναι ή εντύπωση πού προκάλεσε στους συγχρόνους τους ή ξαφνική εμφάνιση αυτής της φάρας των τραπεζοκρατών, χρηματιστών, εισοδηματιών, μεσιτών, σπεκουλάντηδων καί σκυλόψαρων του χρηματιστηρίου, το δείχνουν τα γραφτά του καιρού εκείνου, λ.χ. του Μπόλινμπροκ.

Μαζί με τα δημόσια χρέη δημιουργήθηκε ένα διεθνές πιστωτικό σύστημα, πού συχνά για τούτον ή για κείνον το λαό αποτελεί μιαν από τις κρυφές πηγές τής πρωταρχικής συσσώρευσης. Έτσι, οι προστυχιές του βενετσιάνικου ληστρικού συστήματος αποτελούν μια τέτια κρυφή βάση του κεφαλαιακού πλούτου της Ολλανδίας, που ή Βενετία της παρακμής τής δάνειζε μεγάλα χρηματικά ποσά. Τό ίδιο ισχύει καί γιά τίς σχέσεις Όλλανδίας καί Αγγλίας. Στίς αρχές κιόλας του 18ου αιώνα έχουν υπερφαλαγγιστεί κατά πολύ οί μανουφακτούρες της Όλλανδίας, πού έχει παύσει νά είναι κυρίαρχο εμπορικό καί βιο­μηχανικό έθνος. Γι αυτό από τό 1701 ώς τό 1776 μια άπό τίς κύριες επιχειρήσεις της Όλλανδίας είναι νά δανείζει τεράστια κεφάλαια ειδικά στον ισχυρό ανταγωνιστή της, την Αγγλία. Κάτι παρόμοιο γίνεται σήμερα ανάμεσα στην Αγγλία καί τίς Ενωμένες Πολιτείες. Πολλά κεφάλαια, πού εμφανίζονται σήμερα στίς Ενωμένες Πολιτείες χωρίς πιστοποιητικό γέννησης είναι αίμα παιδιών πού μόλις χτες είχε κεφαλαιοποιηθεί στην Αγγλία.

Επειδή το δημόσιο χρέος στηρίζεται στα κρατικά έσοδα, πού οφείλουν να καλύπτουν τις χρονιάτικες τοκοχρεωλυτικές κλπ. πληρωμές, το σύγχρονο φορολογικό σύστημα έγινε αναγκαίο συμπλήρωμα του συστήματος των εθνικών δανείων. Τα δάνεια δίνουν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση ν' αντεπεξέρχεται σε έκτακτα έξοδα, χωρίς να γίνεται αυτό αμέσως αισθητό στον φορολογούμενο, μετά όμως άπαιτούν αυξημένους φόρους. Από την άλλη μεριά, η αύξηση των φόρων, πού προκλήθηκε με τη συσσώρευση απανωτών δανείων, αναγκάζει την κυβέρνηση σέ κάθε περίπτωση καινούργιων έκτακτων εξόδων νά καταφεύγει διαρκώς σε καινούργια δάνεια. Ετσι, τό σύγχρονο φορολογικό σύστημα, πού άξονας του είναι οι φόροι στά πιο αναγκαία μέσα συντήρησης (επομένως και το ακρίβαιμά τους), κρύβει μέσα του το σπέρμα της αυτόματης προοδευτικής αύξησης. Η υπερφορολόγηση δεν είναι επεισόδιο, αλλά μάλλον αρχή. Γιαυτό σιήν Όλλανδία, όπου πρωτοεγκαινιάστηκε το σύστημα αυτό, ό μεγάλος πατριώτης Ντε Βίττ τό εξύμνησε στα «Αξιώματα» του καί τό χαρακτήρισε σαν τό καλύτερο σύστημα για νά γίνει ό εργάτης υπάκουος, λιτοδίαιτος, φιλόπονος και... γιά νά παραφορτωθεί μέ δουλιά. Ωστόσο, ή καταστρεπτική επίδραση πού άσκεί στην κατάσταση των μισθωτών εργατών μας ενδιαφέρει εδώ λιγότερο από τή βίαιη απαλλοτρίωση του αγρότη, του χειροτέχνη, με δυό λόγια όλων των συστατικών μερών τής μικρής αστικής τάξης, πού προκαλεί. Πάνω στό ζήτημα αυτό δεν υπάρχουν δυό γνώμες, ούτε ακόμα καί στους αστούς; οικονομολόγους. Η απαλλοτριωτική αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος εντείνεται επιπλέον μέ τό προστατευτικό σύστημα, πού αποτελεί ένα άπό τά συστατικά του μέρη.

Ό μεγάλος ρόλος, πού τό δημόσιο χρέος καί τό αντίστοιχο του φορολογικό σύστημα παίζουν στην κεφαλαιοποίηση του πλούτου καί στην απαλλοτρίωση τών μαζών, ώθησε πλήθος συγγραφείς, όπως τόν Κόμπετ, τόν Ντάμπλνταιη καί άλλους, νά κάνουν τό λάθος ν αναζητούν σ' αυτό τή βασική αίτια της αθλιότητας των σύγχρονων λαών.

Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σαν με μαγικό ραβδί προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο.
Πηγή : bhxospan.blogspot
 

Read more »

27 Φεβρουαρίου 2012

Καρλ Μαρξ : Η μέθοδος της Πολιτικής Οικονομίας



 Γράφτηκε: και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1859
Πηγή: Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Μετάφραση Γ. Δούμα και Π. Πουλιόπουλου, Εκδόσεις «Νέοι Στόχοι»,
Σύνταξη-Επιμέλεια: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ



Όταν εξετάζουμε μια ορισμένη χώρα από την άποψη της πολιτικής οικονομίας, αρχίζουμε με τον πληθυσμό της· τη διαίρεση του πληθυσμού σε τάξεις· την κατανομή του στις πόλεις, στα χωριά, στα παράλια, στους διάφορους κλάδους της παραγωγής· την εξαγωγή και την κατανάλωση της χρονιάς, τις τιμές των εμπορευμάτων κλπ.
Σωστό φαίνεται σε κάθε ζήτημα που εξετάζομε ν’ αρχίζουμε απ’ τα πραγματικά συγκεκριμένα του στοιχεία· έτσι λ.χ. στην πολιτική οικονομία, φαίνεται πως είναι σωστό ν’ αρχίζουμε απ’ τον πληθυσμό, που είναι η βάση και το υποκείμενο όλης της κοινωνικής παραγωγής. Αν όμως εξετάσουμε το πράγμα καλύτερα, βλέπουμε πως αυτό είναι λάθος. Ο πληθυσμός είναι μια καθαρή αφαίρεση, αν παραβλέψω λ.χ. τις τάξεις που τον αποτελούν. Οι τάξεις αυτές πάλι είναι λέξη χωρίς νόημα, αν αγνοήσω τα στοιχεία επάνω στα όποια στηρίζονται, λ.χ. τη μισθωτή εργασία, το κεφάλαιο κλπ. Τα στοιχεία αυτά προϋποθέτουν ανταλλαγή, καταμερισμό της εργασίας, τιμές κλπ. Το κεφάλαιο λόγου χάρη δεν είναι τίποτε χωρίς τη μισθωτή εργασία, χωρίς την αξία, το χρήμα, τις τιμές κλπ. Αν λοιπόν άρχιζα απ’ τον πληθυσμό, θα είχα μια χαώδικη παράσταση του συνόλου και μ’ έναν αυστηρότερο καθορισμό θά ’φτανα αναλυτικά ολοένα και σε πιο απλές έννοιες· από την παράσταση του συγκεκριμένου, θα έφτανα σε ολοένα λεπτότερες αφαιρέσεις, και στο τέλος θα έφτανα στους πιο απλούς καθορισμούς. Μόλις έφτανα εκεί, θά ’πρεπε να ξανακάνω ανάποδα το ταξίδι, ως που να καταλήξω ξανά στον πληθυσμό· αυτή τη φορά όμως όχι με μια χαώδικη παράσταση ενός συνόλου, αλλά μ’ ένα πλούσιο σύμπλεγμα από διάφορους καθορισμούς και σχέσεις. Ο πρώτος δρόμος είναι ο δρόμος που ακολούθησε ιστορικά η πολιτική οικονομία μόλις γεννήθηκε. Οι οικονομολόγοι λ.χ. του 17ου αιώνα αρχίζουνε πάντοτε απ’ το ζωντανό σύνολο, τον πληθυσμό, το έθνος, το κράτος, περισσότερα κράτη κλπ. Στο τέλος όμως πάντοτε ανακαλύπτουνε, με την ανάλυση, ορισμένες βασικές αφηρημένες γενικές σχέσεις, όπως είναι ο καταμερισμός της εργασίας, το χρήμα, η αξία κτλ. Απ’ τη στιγμή που τα διάφορα αυτά στοιχεία εξακριβωθήκανε κι’ έγιναν αφηρημένες έννοιες, αρχίζουνε τα οικονομικά συστήματα, που υψώνονται από το απλό, όπως Εργασία, Καταμερισμός της εργασίας, Ανάγκη, Αξία Ανταλλαχτική, ίσαμε το Κράτος, την Ανταλλαγή ανάμεσα στα έθνη και την Παγκόσμια αγορά. Είναι φανερό πως η τελευταία μέθοδος είναι η επιστημονικά σωστή. Το συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο γιατί είναι σύνθεση πολλών καθορισμών, άρα ενότητα των ποικιλιών. Γι’ αυτό, το συγκεκριμένο παρουσιάζεται στη σκέψη σαν σύνθεση, δηλαδή σαν αποτέλεσμα, όχι σαν αφετηρία, μ’ όλο που είναι η αληθινή αφετηρία και είναι κατά συνέπεια και αφετηρία της αντίληψης και της παράστασης. Με την πρώτη μέθοδο μια ολοκληρωτική παράσταση την αναλύουμε σε πολλές αφηρημένες έννοιες· με τη δεύτερη παίρνουμε τις πολλές αυτές αφηρημένες έννοιες και με τη βοήθεια της σκέψης αναπαράγαμε το συγκεκριμένο. Γι’ αυτό και ο Χέγκελ έπεσε στην αυταπάτη να φαντάζεται το πραγματικό σαν αποτέλεσμα της σκέψης, που μόνη της συνθέτει τον εαυτό της, εμβαθύνει στον εαυτό της και αυτοεξελίσσεται· ενώ η μέθοδος που μας ανυψώνει από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο είναι απλώς ο δρόμος που ακολουθεί η σκέψη για να αφομοίωσει το συγκεκριμένο, για να το αναπαραγάγει νοερά σαν κάτι συγκεκριμένο. Η πορεία όμως που ακολούθησε στο σχηματισμό του το ίδιο το συγκεκριμένο δεν είναι καθόλου αυτή. Η πιο απλή οικονομική κατηγορία, λ.χ. η ανταλλαχτική αξία, προϋποθέτει τον πληθυσμό, έναν πληθυσμό που παράγει μέσα σε ορισμένες συνθήκες και προϋποθέτει ακόμη ορισμένο είδος οικογένειες, ή κοινότητες, ή Κράτη κλπ. Δεν μπορεί να ύπαρξη παρά μόνο σαν μονόπλευρη αφηρημένη σχέση ενός συγκεκριμένου και ζωντανού συνόλου που προϋπάρχει.

Αντίθετα, ως κατηγορία, η ανταλλαχτική αξία έχει προκατακλυσμιαία ύπαρξη. Επομένως για τη συνείδηση –κι η φιλοσοφική συνείδηση είναι τέτοια που, γι’ αυτήν, η σκέψη που νοεί είναι ο πραγματικός άνθρωπος κι ο κόσμος που νοείται είναι σαν τέτοιος ο μόνος πραγματικός κόσμος– για τη συνείδηση, λοιπόν, η κίνηση των κατηγοριών παρουσιάζεται σαν η αληθινή πράξη της παραγωγής –που δυστυχώς (;) μόνο μια ώθηση δέχεται απ’ έξω– και αποτέλεσμά της είναι ο κόσμος κι αυτό είναι σωστό κατά τούτο (εδώ όμως έχομε πάλι ταυτολογία), ότι η συγκεκριμένη ολότητα, σαν νοητική ολότητα, σαν κάτι νοητικά συγκεκριμένο, είναι πραγματικά προϊόν της σκέψης, της νόησης δεν είναι προϊόν της εννοίας, που κι αυτή γεννιέται και νοεί έξω και πιο πάνω από την αντίληψη και την παράσταση, αλλά είναι επεξεργασία της αντίληψης και της παράστασης και μετατροπή τους σε έννοιες. Το σύνολο, όπως παρουσιάζεται μέσα στο κεφάλι σαν νοητικό σύνολο, είναι προϊόν του σκεπτόμενου μυαλού, που τον κόσμο τον αφομοιώνει με τον μοναδικό τρόπο που μπορεί, μ’ έναν τρόπο που διαφέρει από την καλλιτεχνική, θρησκευτική και πραχτική αφομοίωση. Το συγκεκριμένο υποκείμενο μένει και μετά, όπως και πριν, ανεξάρτητο έξω απ’ το μυαλό –όσον καιρό βέβαια το μυαλό εργάζεται μόνο αφηρημένα, μόνο θεωρητικά. Επομένως και στη θεωρητική μέθοδο [της πολιτικής οικονομίας] το υποκείμενο, η κοινωνία, πρέπει πάντοτε να έρχεται στο μυαλό σαν προϋπόθεση.
Μα οι απλές κατηγορίες δεν έχουνε κι αυτές ανεξάρτητη ύπαρξη, ιστορική ή φυσική, πριν από τις πιο συγκεκριμένες κατηγορίες; Εξαρτάται. Ο Χέγκελ, λ.χ., σωστά αρχίζει τη Φιλοσοφία του Δικαίου του με τη νομή (κατοχή), επειδή αυτή είναι η πιο απλή νομική σχέση του υποκειμένου. Αλλά νομή δεν υπάρχει πριν απ’ την οικογένεια ή πριν απ’ τις σχέσεις κυρίων και δούλων, που είναι σχέσεις ακόμη πιο συγκεκριμένες. Εξάλλου, θα ήτανε σωστό να πούμε πως υπάρχουν οικογένειες και φυλές που ακόμη μόνο νέμονται, αλλά δεν έχουν ιδιοχτησία. Η πιο απλή λοιπόν κατηγορία παρουσιάζεται σαν σχέση ιδιοχτησίας που υπάρχει μέσα σε απλές οικογενειακές ή φυλετικές κοινότητες. Στην πρωτόγονη κοινωνία, παρουσιάζεται σαν η πιο απλή σχέση ενός εξελιγμένου οργανισμού, πάντα όμως εννοείται πως προϋπάρχει το πιο συγκεκριμένο υπόστρωμα που εκδήλωσή του έχει τη νομή. Μπορούμε τα φανταστούμε πως ένας άγριος που ζει μόνος του έχει νομή. Τότε όμως η νομή δεν είναι σχέση δικαίου. Δεν είναι σωστό πως η νομή εξελίσσεται ιστορικά προς την οικογένεια. Η νομή προϋποθέτει πάντοτε «αυτή την πιο συγκεκριμένη νομική κατηγορία». Ωστόσο το σωστό είναι ότι: οι απλές κατηγορίες εκφράζουνε σχέσεις όπου έχουνε πραγματοποιηθεί τα λιγότερο αναπτυγμένα στοιχεία της συγκεκριμένης πραγματικότητας, χωρίς ακόμη αυτή να μας έχει δόσει την πολυπλοκότερη εκείνη σχέση που νοητική της έκφραση είναι η συγκεκριμένη κατηγορία· ενώ τα πιο αναπτυγμένα στοιχεία της πραγματικότητας αυτής κρατούνε μέσα τους την ίδια κατηγορία σαν δευτερεύουσα σχέση.

Το χρήμα μπορεί να υπάρξει και υπήρξε ιστορικά προτού υπάρξει κεφάλαιο, προτού υπάρξουνε τράπεζες, προτού υπάρξει μισθωτή εργασία κλπ. Απ’ αυτή την άποψη, μπορούμε να πούμε πως μια πιο απλή κατηγορία μπορεί να εκφράζει σχέσεις που επικρατούνε σ’ ένα πιο καθυστερημένο σύνολο, [σχέσεις] που υπήρχανε κιόλας προτού αυτό το σύνολο αναπτυχθεί προς την κατεύθυνση που εκφράζεται με μια πιο συγκεκριμένη κατηγορία. Μ’ αυτή την έννοια οι νόμοι της αφηρημένης σκέψης, που υψώνεται από το απλό στο σύνθετο, αντιστοιχούνε στην πραγματική ιστορική εξέλιξη.
Εξάλλου, μπορούμε να πούμε πως υπάρχουνε πολύ αναπτυγμένες μορφές κοινωνίας, μα όχι και φτασμένες στην ιστορική τους ωριμότητα, όπου παρατηρούμε τις ανώτερες μορφές της οικονομικής ζωής, λ.χ. συνεργασία, αναπτυγμένο καταμερισμό της εργασίας, χωρίς να υπάρχει χρήμα, όπως είναι του Περού.

Επίσης στις σλαβικές κοινότητες, το χρήμα κι η ανταλλαγή, που είναι προϋπόθεσή του, δεν παίζουνε κανένα ή σχεδόν κανένα ρόλο, αλλά παρουσιάζονται στα σύνορά τους, στις σχέσεις τους με άλλες κοινότητες. Είναι άλλωστε σφάλμα να τοποθετούμε την ανταλλαγή μέσα στις κοινότητες σαν αρχικό συστατικό στοιχείο τους. Στην αρχή, παρουσιάζεται πιο πολύ στις σχέσεις των διαφόρων κοινοτήτων μεταξύ τους, κι όχι στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της ίδιας κοινότητας.
Έπειτα, αν και το χρήμα από πολύ νωρίς και παντού έπαιξε κάποιο ρόλο, ως κυρίαρχο στοιχείο στην αρχαιότητα παρουσιάζεται μόνο σε έθνη που έχουνε μονόπλευρη, ορισμένη ανάπτυξη, σε εμπορικά έθνη· ακόμη και στην πιο πολιτισμένη αρχαιότητα, στους Έλληνες και στους Ρωμαίους, την πλέρια του ανάπτυξη, που χρειάζεται να έχει στη νεότερη αστική κοινωνία, μόνο στην περίοδο της παρακμής την παίρνει. Αυτή λοιπόν η απλούστατη κατηγορία με όλη της την ένταση παρουσιάζεται ιστορικά μόνο μέσα στις πιο αναπτυγμένες κοινωνικές συνθήκες. Καθόλου δεν διαπερνά (;) όλες τις οικονομικές σχέσεις· στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, λ.χ., όταν βρισκότανε στη μεγαλύτερη της ανάπτυξη, βάση εξακολουθούσε να είναι ο φόρος σε είδος και τα δοσίματα σε είδος. Το σύστημα του χρήματος κυρίως είχε αναπτυχθεί τέλεια μόνο μέσα στο στρατό, και ποτέ δεν είχε επίδραση στο σύνολο της εργασίας.

Read more »