Γράφτηκε: και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1859
Πηγή: Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Μετάφραση Γ. Δούμα και Π. Πουλιόπουλου, Εκδόσεις «Νέοι Στόχοι»,
Σύνταξη-Επιμέλεια: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
Όταν εξετάζουμε μια ορισμένη χώρα από την άποψη της πολιτικής οικονομίας, αρχίζουμε με τον πληθυσμό της· τη διαίρεση του πληθυσμού σε τάξεις· την κατανομή του στις πόλεις, στα χωριά, στα παράλια, στους διάφορους κλάδους της παραγωγής· την εξαγωγή και την κατανάλωση της χρονιάς, τις τιμές των εμπορευμάτων κλπ.
Σωστό φαίνεται σε κάθε ζήτημα που εξετάζομε ν’ αρχίζουμε απ’ τα πραγματικά συγκεκριμένα του στοιχεία· έτσι λ.χ. στην πολιτική οικονομία, φαίνεται πως είναι σωστό ν’ αρχίζουμε απ’ τον πληθυσμό, που είναι η βάση και το υποκείμενο όλης της κοινωνικής παραγωγής. Αν όμως εξετάσουμε το πράγμα καλύτερα, βλέπουμε πως αυτό είναι λάθος. Ο πληθυσμός είναι μια καθαρή αφαίρεση, αν παραβλέψω λ.χ. τις τάξεις που τον αποτελούν. Οι τάξεις αυτές πάλι είναι λέξη χωρίς νόημα, αν αγνοήσω τα στοιχεία επάνω στα όποια στηρίζονται, λ.χ. τη μισθωτή εργασία, το κεφάλαιο κλπ. Τα στοιχεία αυτά προϋποθέτουν ανταλλαγή, καταμερισμό της εργασίας, τιμές κλπ. Το κεφάλαιο λόγου χάρη δεν είναι τίποτε χωρίς τη μισθωτή εργασία, χωρίς την αξία, το χρήμα, τις τιμές κλπ. Αν λοιπόν άρχιζα απ’ τον πληθυσμό, θα είχα μια χαώδικη παράσταση του συνόλου και μ’ έναν αυστηρότερο καθορισμό θά ’φτανα αναλυτικά ολοένα και σε πιο απλές έννοιες· από την παράσταση του συγκεκριμένου, θα έφτανα σε ολοένα λεπτότερες αφαιρέσεις, και στο τέλος θα έφτανα στους πιο απλούς καθορισμούς. Μόλις έφτανα εκεί, θά ’πρεπε να ξανακάνω ανάποδα το ταξίδι, ως που να καταλήξω ξανά στον πληθυσμό· αυτή τη φορά όμως όχι με μια χαώδικη παράσταση ενός συνόλου, αλλά μ’ ένα πλούσιο σύμπλεγμα από διάφορους καθορισμούς και σχέσεις. Ο πρώτος δρόμος είναι ο δρόμος που ακολούθησε ιστορικά η πολιτική οικονομία μόλις γεννήθηκε. Οι οικονομολόγοι λ.χ. του 17ου αιώνα αρχίζουνε πάντοτε απ’ το ζωντανό σύνολο, τον πληθυσμό, το έθνος, το κράτος, περισσότερα κράτη κλπ. Στο τέλος όμως πάντοτε ανακαλύπτουνε, με την ανάλυση, ορισμένες βασικές αφηρημένες γενικές σχέσεις, όπως είναι ο καταμερισμός της εργασίας, το χρήμα, η αξία κτλ. Απ’ τη στιγμή που τα διάφορα αυτά στοιχεία εξακριβωθήκανε κι’ έγιναν αφηρημένες έννοιες, αρχίζουνε τα οικονομικά συστήματα, που υψώνονται από το απλό, όπως Εργασία, Καταμερισμός της εργασίας, Ανάγκη, Αξία Ανταλλαχτική, ίσαμε το Κράτος, την Ανταλλαγή ανάμεσα στα έθνη και την Παγκόσμια αγορά. Είναι φανερό πως η τελευταία μέθοδος είναι η επιστημονικά σωστή. Το συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο γιατί είναι σύνθεση πολλών καθορισμών, άρα ενότητα των ποικιλιών. Γι’ αυτό, το συγκεκριμένο παρουσιάζεται στη σκέψη σαν σύνθεση, δηλαδή σαν αποτέλεσμα, όχι σαν αφετηρία, μ’ όλο που είναι η αληθινή αφετηρία και είναι κατά συνέπεια και αφετηρία της αντίληψης και της παράστασης. Με την πρώτη μέθοδο μια ολοκληρωτική παράσταση την αναλύουμε σε πολλές αφηρημένες έννοιες· με τη δεύτερη παίρνουμε τις πολλές αυτές αφηρημένες έννοιες και με τη βοήθεια της σκέψης αναπαράγαμε το συγκεκριμένο. Γι’ αυτό και ο Χέγκελ έπεσε στην αυταπάτη να φαντάζεται το πραγματικό σαν αποτέλεσμα της σκέψης, που μόνη της συνθέτει τον εαυτό της, εμβαθύνει στον εαυτό της και αυτοεξελίσσεται· ενώ η μέθοδος που μας ανυψώνει από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο είναι απλώς ο δρόμος που ακολουθεί η σκέψη για να αφομοίωσει το συγκεκριμένο, για να το αναπαραγάγει νοερά σαν κάτι συγκεκριμένο. Η πορεία όμως που ακολούθησε στο σχηματισμό του το ίδιο το συγκεκριμένο δεν είναι καθόλου αυτή. Η πιο απλή οικονομική κατηγορία, λ.χ. η ανταλλαχτική αξία, προϋποθέτει τον πληθυσμό, έναν πληθυσμό που παράγει μέσα σε ορισμένες συνθήκες και προϋποθέτει ακόμη ορισμένο είδος οικογένειες, ή κοινότητες, ή Κράτη κλπ. Δεν μπορεί να ύπαρξη παρά μόνο σαν μονόπλευρη αφηρημένη σχέση ενός συγκεκριμένου και ζωντανού συνόλου που προϋπάρχει.
Αντίθετα, ως κατηγορία, η ανταλλαχτική αξία έχει προκατακλυσμιαία ύπαρξη. Επομένως για τη συνείδηση –κι η φιλοσοφική συνείδηση είναι τέτοια που, γι’ αυτήν, η σκέψη που νοεί είναι ο πραγματικός άνθρωπος κι ο κόσμος που νοείται είναι σαν τέτοιος ο μόνος πραγματικός κόσμος– για τη συνείδηση, λοιπόν, η κίνηση των κατηγοριών παρουσιάζεται σαν η αληθινή πράξη της παραγωγής –που δυστυχώς (;) μόνο μια ώθηση δέχεται απ’ έξω– και αποτέλεσμά της είναι ο κόσμος κι αυτό είναι σωστό κατά τούτο (εδώ όμως έχομε πάλι ταυτολογία), ότι η συγκεκριμένη ολότητα, σαν νοητική ολότητα, σαν κάτι νοητικά συγκεκριμένο, είναι πραγματικά προϊόν της σκέψης, της νόησης δεν είναι προϊόν της εννοίας, που κι αυτή γεννιέται και νοεί έξω και πιο πάνω από την αντίληψη και την παράσταση, αλλά είναι επεξεργασία της αντίληψης και της παράστασης και μετατροπή τους σε έννοιες. Το σύνολο, όπως παρουσιάζεται μέσα στο κεφάλι σαν νοητικό σύνολο, είναι προϊόν του σκεπτόμενου μυαλού, που τον κόσμο τον αφομοιώνει με τον μοναδικό τρόπο που μπορεί, μ’ έναν τρόπο που διαφέρει από την καλλιτεχνική, θρησκευτική και πραχτική αφομοίωση. Το συγκεκριμένο υποκείμενο μένει και μετά, όπως και πριν, ανεξάρτητο έξω απ’ το μυαλό –όσον καιρό βέβαια το μυαλό εργάζεται μόνο αφηρημένα, μόνο θεωρητικά. Επομένως και στη θεωρητική μέθοδο [της πολιτικής οικονομίας] το υποκείμενο, η κοινωνία, πρέπει πάντοτε να έρχεται στο μυαλό σαν προϋπόθεση.
Μα οι απλές κατηγορίες δεν έχουνε κι αυτές ανεξάρτητη ύπαρξη, ιστορική ή φυσική, πριν από τις πιο συγκεκριμένες κατηγορίες; Εξαρτάται. Ο Χέγκελ, λ.χ., σωστά αρχίζει τη Φιλοσοφία του Δικαίου του με τη νομή (κατοχή), επειδή αυτή είναι η πιο απλή νομική σχέση του υποκειμένου. Αλλά νομή δεν υπάρχει πριν απ’ την οικογένεια ή πριν απ’ τις σχέσεις κυρίων και δούλων, που είναι σχέσεις ακόμη πιο συγκεκριμένες. Εξάλλου, θα ήτανε σωστό να πούμε πως υπάρχουν οικογένειες και φυλές που ακόμη μόνο
νέμονται, αλλά δεν έχουν
ιδιοχτησία. Η πιο απλή λοιπόν κατηγορία παρουσιάζεται σαν σχέση ιδιοχτησίας που υπάρχει μέσα σε απλές οικογενειακές ή φυλετικές κοινότητες. Στην πρωτόγονη κοινωνία, παρουσιάζεται σαν η πιο απλή σχέση ενός εξελιγμένου οργανισμού, πάντα όμως εννοείται πως προϋπάρχει το πιο συγκεκριμένο υπόστρωμα που εκδήλωσή του έχει τη νομή. Μπορούμε τα φανταστούμε πως ένας άγριος που ζει μόνος του έχει νομή. Τότε όμως η νομή δεν είναι σχέση δικαίου. Δεν είναι σωστό πως η νομή εξελίσσεται ιστορικά προς την οικογένεια. Η νομή προϋποθέτει πάντοτε «
αυτή την πιο συγκεκριμένη νομική κατηγορία». Ωστόσο το σωστό είναι ότι: οι απλές κατηγορίες εκφράζουνε σχέσεις όπου έχουνε πραγματοποιηθεί τα λιγότερο αναπτυγμένα στοιχεία της συγκεκριμένης πραγματικότητας, χωρίς ακόμη αυτή να μας έχει δόσει την πολυπλοκότερη εκείνη σχέση που νοητική της έκφραση είναι η συγκεκριμένη κατηγορία· ενώ τα πιο αναπτυγμένα στοιχεία της πραγματικότητας αυτής κρατούνε μέσα τους την ίδια κατηγορία σαν δευτερεύουσα σχέση.
Το χρήμα μπορεί να υπάρξει και υπήρξε ιστορικά προτού υπάρξει κεφάλαιο, προτού υπάρξουνε τράπεζες, προτού υπάρξει μισθωτή εργασία κλπ. Απ’ αυτή την άποψη, μπορούμε να πούμε πως μια πιο απλή κατηγορία μπορεί να εκφράζει σχέσεις που επικρατούνε σ’ ένα πιο καθυστερημένο σύνολο, [σχέσεις] που υπήρχανε κιόλας προτού αυτό το σύνολο αναπτυχθεί προς την κατεύθυνση που εκφράζεται με μια πιο συγκεκριμένη κατηγορία. Μ’ αυτή την έννοια οι νόμοι της αφηρημένης σκέψης, που υψώνεται από το απλό στο σύνθετο, αντιστοιχούνε στην πραγματική ιστορική εξέλιξη.
Εξάλλου, μπορούμε να πούμε πως υπάρχουνε πολύ αναπτυγμένες μορφές κοινωνίας, μα όχι και φτασμένες στην ιστορική τους ωριμότητα, όπου παρατηρούμε τις ανώτερες μορφές της οικονομικής ζωής, λ.χ. συνεργασία, αναπτυγμένο καταμερισμό της εργασίας, χωρίς να υπάρχει χρήμα, όπως είναι του Περού.
Επίσης στις σλαβικές κοινότητες, το χρήμα κι η ανταλλαγή, που είναι προϋπόθεσή του, δεν παίζουνε κανένα ή σχεδόν κανένα ρόλο, αλλά παρουσιάζονται στα σύνορά τους, στις σχέσεις τους με άλλες κοινότητες. Είναι άλλωστε σφάλμα να τοποθετούμε την ανταλλαγή μέσα στις κοινότητες σαν αρχικό συστατικό στοιχείο τους. Στην αρχή, παρουσιάζεται πιο πολύ στις σχέσεις των διαφόρων κοινοτήτων μεταξύ τους, κι όχι στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της ίδιας κοινότητας.
Έπειτα, αν και το χρήμα από πολύ νωρίς και παντού έπαιξε κάποιο ρόλο, ως κυρίαρχο στοιχείο στην αρχαιότητα παρουσιάζεται μόνο σε έθνη που έχουνε μονόπλευρη, ορισμένη ανάπτυξη, σε εμπορικά έθνη· ακόμη και στην πιο πολιτισμένη αρχαιότητα, στους Έλληνες και στους Ρωμαίους, την πλέρια του ανάπτυξη, που χρειάζεται να έχει στη νεότερη αστική κοινωνία, μόνο στην περίοδο της παρακμής την παίρνει. Αυτή λοιπόν η απλούστατη κατηγορία με όλη της την ένταση παρουσιάζεται ιστορικά μόνο μέσα στις πιο αναπτυγμένες κοινωνικές συνθήκες. Καθόλου δεν διαπερνά (;) όλες τις οικονομικές σχέσεις· στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, λ.χ., όταν βρισκότανε στη μεγαλύτερη της ανάπτυξη, βάση εξακολουθούσε να είναι ο φόρος σε είδος και τα δοσίματα σε είδος. Το σύστημα του χρήματος κυρίως είχε αναπτυχθεί τέλεια μόνο μέσα στο στρατό, και ποτέ δεν είχε επίδραση στο σύνολο της εργασίας.