Η λειτουργία του Traverso Rossa, μεταφέρεται σταδιακά στο νέο site,

# Marxism.

Ωστόσο, το υπάρχον blog και το υλικό που περιέχει, θα παραμείνουν προσβάσιμα.



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα V.I. LENIN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα V.I. LENIN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Φεβρουαρίου 2014

Απ’ το λογοκριμένο άρθρο του περιοδικού ΛΕΦ, που διηύθυνε ο Μαγιακόφσκι, σχετικά με την ιστορική αντιμετώπιση του Λένιν




Το άρθρο το συνόδευε φωτογραφία γύψινης προτομής του Λένιν που η λογοκρισία την αφαίρεσε και αυτή. Θα δημοσιευόταν στο πρώτο τεύχος του περιοδικού, λίγο μετά το θάνατο του Λένιν, αναφέροντας ότι

Ο ΛΕΝΙΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΠΟΥΛΗΜΑ

ενώ παρακάτω είχε μια αγγελία που δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες για προτομές του Λένιν προς χρήση κομματικών οργανώσεων, συνδικάτων, διοικητικών υπηρεσιών κτλ. Έπειτα εκφραζόταν η άποψη του Αριστερού Μετώπου Τεχνών:

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΘΑ

Συμφωνούμε με τους σιδηροδρομικούς του Ριαζάν που πρότειναν σε διακοσμητή να φιλοτεχνήσει μια αίθουσα Λένιν στη λέσχη τους, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΤΟΜΗ ούτε πορτρέτο του Λένιν δηλώνοντας:

“Δεν θέλουμε εικονίσματα”.

ΕΠΙΜΕΝΟΥΜΕ

Μη μετατρέψετε το Λένιν σε στάμπα.

Μην τυπώσετε το πορτραίτο του σε αφίσες, σε μουσαμάδες, σε πιάτα, σε κούπες, σε πίπες. Μην κάνετε καλούπια. Μην αλλάζετε το ύφος του, τη φυσικότητά του, καθώς και την όψη του ζωντανού ανθρώπου που διατήρησε, διευθύνοντας την πορεία της ιστορίας.

Ο Λένιν είναι ο σύγχρονός μας

Είναι μεταξύ των ζωντανών.

Έχουμε την ανάγκη του Λένιν ζωντανού και όχι του νεκρού Λένιν.

ΕΠΙΣΗΣ

Μελετάτε τον Λένιν αλλά μην τον αγιοποιείτε. Μην καλλιεργήσετε λατρεία γύρω από το όνομα του ανθρώπου που πάλεψε σ’ όλη του τη ζωή εναντίον κάθε είδους λατρείας.

Μην εμπορευθείτε αντικείμενα αυτής της λατρείας.

Ο Λένιν δεν είναι για πούλημα.

πηγή Ο ”αποστάτης” Μαγιακόβσκη και η Οκτωβριανή Επανάσταση, Κ. Δρόσου, εκδ. Ύψιλον.

Read more »

30 Ιανουαρίου 2014

Ο Λένιν για την Ενωμένη Ευρώπη

 
 
 
Σχεδόν έναν αιώνα πριν, ο θείος Βλαδίμηρος -αν και αναφέρεται σε εξελίξεις των ημερών του- περιγράφει με εκπληκτική προφητική ακρίβεια το πλαίσιο δημιουργίας και λειτουργίας τής σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποστομώνοντας όσους ονειροπαρμένους επιμένουν να μιλάνε για "Ευρώπη των λαών":


Οι Ενωμένες Πολιτείες τής Ευρώπης στις συνθήκες τού καπιταλισμού θα ισοδυναμούσαν με συμφωνία για το μοίρασμα των αποικιών. Στον καπιταλισμό όμως δεν μπορεί να υπάρξει άλλη βάση, άλλη αρχή μοιρασιάς εκτός από τη δύναμη. Ο δισεκατομμυριούχος δεν μπορεί να μοιράσει με οποιονδήποτε άλλον "το εθνικό εισόδημα" μιας καπιταλιστικής χώρας παρά μόνο: "ανάλογα με το κεφάλαιο" (κι ακόμη πρέπει να προσθέσουμε ότι το μεγαλύτερο κεφάλαιο θα πάρει περισσότερα απ' όσα του αναλογούν).

Ο καπιταλισμός σημαίνει ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και αναρχία στην παραγωγή. Το να κηρύσσει κανείς μια "δίκαιη" μοιρασιά του εισοδήματος σε μια τέτια βάση είναι προυντονισμός, στενοκεφαλιά μικροαστού και φιλισταίου. Το μοίρασμα δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά παρά "σύμφωνα με τη δύναμη". Η δύναμη όμως αλλάζει με την πορεία τής οικονομικής εξέλιξης. Ύστερα από το 1871 η Γερμανία δυνάμωσε 3-4 φορές πιο γρήγορα από την Αγγλία και τη Γαλλία. Η Ιαπωνία δυνάμωσε δέκα φορές πιο γρήγορα από τη Ρωσία.

Για να ελεγχθεί η πραγματική δύναμη ενός καπιταλιστικού κράτους, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει άλλο μέσο εκτός από τον πόλεμο. Ο πόλεμος δεν αντιφάσκει στις βάσεις τής ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά είναι η άμεση και αναπόφευκτη ανάπτυξη αυτών των βάσεων. Στις συνθήκες τού καπιταλισμού είναι αδύνατη μια ισόμετρη οικονομική ανάπτυξη των διαφόρων οικονομιών και των διαφόρων κρατών. Στις συνθήκες τού καπιταλισμού δεν μπορεί να υπάρχουν άλλα μέσα για την αποκατάσταση από καιρό σε καιρό της παραβιασμένης ισοροπίας, εκτός από τις κρίσεις στη βιομηχανία και τους πολέμους στην πολιτική.

Φυσικά είναι δυνατές προσωρινές συμφωνίες ανάμεσα σε καπιταλιστές και ανάμεσα σε κράτη. Μ' αυτή την έννοια μπορεί να δημιουργηθούν και οι Ενωμένες Πολιτείες τής Ευρώπης, σαν συμφωνία των ευρωπαίων καπιταλιστών.... με ποιό σκοπό; Μόνο με το σκοπό να πνίξουν από κοινού το σοσιαλισμό στην Ευρώπη, να περιφρουρήσουν από κοινού τις ληστεμένες αποικίες ενάντια στην Ιαπωνία και στην Αμερική, που θεωρούν τον εαυτό τους στο έπακρο αδικημένο με τη σημερινή μοιρασιά των αποικιών και που τον τελευταίο μισό αιώνα δυνάμωσαν ασύγκριτα πιο γρήγορα απ' ότι η καθυστερημένη μοναρχική Ευρώπη, που άρχισε να σαπίζει από τα γεράματα. Σε σύγκριση με τις Ενωμένες Πολιτείες τής Αμερικής η Ευρώπη στο σύνολό της σημαίνει οικονομική στασιμότητα. Η δημιουργία των Ενωμένων Πολιτειών τής Ευρώπης με τη σημερινή οικονομική βάση, δηλαδή στις συνθήκες τού καπιταλισμού, θα σήμαινε οργάνωση της αντίδρασης, για να παρεμποδιστεί η πιο γρήγορη ανάπτυξη της Αμερικής. Πέρασαν για πάντα οι καιροί που η υπόθεση της δημοκρατίας και η υπόθεση του σοσιαλισμού συνδέονταν μόνο με την Ευρώπη.


[Β.Ι.Λένιν, "Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών τής Ευρώπης" (απόσπασμα) - άρθρο στην εφημερίδα "Σοτσιάλ-Ντιμοκράτ", φ. 44, 23/8/1915. Αντιγραφή -με αυστηρή τήρηση ορθογραφίας και στίξης αλλά με μετατροπή σε μονοτονικό και υπογραμμίσεις δικές μου- από: "Λένιν - Άπαντα", τόμος 26, σελ. 361-362.]


Πηγή : Cogito ergo sum

Read more »

10 Φεβρουαρίου 2013

V.I. Lenin-Η μέθοδος πάλης της αστικής διανόησης ενάντια στους εργάτες












V.I. Lenin

Η μέθοδος πάλης της αστικής διανόησης ενάντια στους εργάτες

Prosveshcheniye, αρ. 6, Ιούνιος 1914

Μετάφραση (από τα αγγλικά): Lenin Reloaded

Σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες στον κόσμο, η αστική τάξη προσφεύγει σε δύο μεθόδους στην πάλη της ενάντια στο εργατικό κίνημα και τα εργατικά κόμματα. Η μία μέθοδος είναι αυτή της βίας, των διώξεων, των απαγορεύσεων και της καταστολής. Στην βάση της, είναι μια φεουδαρχική, μεσαιωνική μέθοδος. Υπάρχουν παντού τμήματα και ομάδες της αστικής τάξης —μικρότερα στις αναπτυγμένες χώρες, μεγαλύτερα στις μη αναπτυγμένες— τα οποία προτιμούν αυτές τις μεθόδους· σε ορισμένες, πολύ κρίσιμες στιγμές στην εργατική πάλη ενάντια στην μισθωτή δουλεία, ολάκερη η αστική τάξη συμφωνεί για την χρήση αυτών των μεθόδων. Ιστορικά παραδείγματα τέτοιων στιγμών μας δίνει ο Χαρτισμός στην Αγγλία και το 1849 και το 1871 στη Γαλλία. [1]

Η άλλη μέθοδος που χρησιμοποιεί η αστική τάξη είναι το να διαιρεί τους εργάτες, να δημιουργεί ρήγματα στις τάξεις τους, να εξαγοράζει ορισμένους εκπροσώπους ή ορισμένες ομάδες του προλεταριάτου ώστε να τους έχει με το μέρος της. Αυτές δεν είναι φεουδαρχικές αλλά καθαρά αστικές και σύγχρονες μέθοδοι, οι οποίες συμβαδίζουν με τα αναπτυγμένα και πολιτισμένα έθιμα του καπιταλισμού και με το δημοκρατικό σύστημα.

Γιατί το δημοκρατικό σύστημα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της αστικής κοινωνίας, το καθαρότερο και πιο τέλειο αστικό χαρακτηριστικό. Σ’ αυτό το σύστημα, η μεγαλύτερη ελευθερία, το μεγαλύτερο εύρος και η μεγαλύτερη καθαρότητα που μπορεί να έχει η ταξική πάλη συνδυάζονται με την μεγαλύτερη πανουργία, με μεταμφιέσεις και τεχνάσματα που έχουν ως στόχο την εξάπλωση της “ιδεολογικής” επιρροής της αστικής τάξης στους μισθωτούς δούλους, ώστε να τους αποτρέψει από την πάλη ενάντια στη μισθωτή δουλεία.

Όντας σε συμφωνία με την τεράστια οπισθοδρομικότητα της Ρωσίας, οι φεουδαρχικές μέθοδοι πολέμου ενάντια στο εργατικό κίνημα κυριαρχούν φρικωδώς στη χώρα. Μετά το 1905, όμως, σημειώθηκε σημαντική “πρόοδος” στην χρήση φιλελεύθερων και δημοκρατικών μεθόδων για να εξαπατηθούν και να διαφθαρούν οι εργάτες. Ανάμεσα στις φιλελεύθερες μεθόδους έχουμε, για παράδειγμα: την άνοδο του εθνικισμού, μια ισχυρότερη τάση για την αναπαλαίωση και αναζωογόνηση της θρησκείας “για το λαό” (η οποία πήρε, άμμεσα και έμμεσα, τη μορφή της ανάπτυξης της ιδεαλιστικής, καντιανής και μαχιστικής φιλοσοφίας), τις “επιτυχίες” των αστικών θεωριών για την πολιτική οικονομία (σε συνδυασμό με την εργατική θεωρία της αξίας ή αντικαθιστώντας την), κλπ κλπ.

Ανάμεσα στις δημοκρατικές μεθόδους εξαπάτησης των εργατών και υποταγής τους στην αστική ιδεολογία είναι οι ποικιλίες των λιβινταριστών [εξαϋλωτών], των ναρόντνικων και των καντέτων. Η πρόθεσή μας στο άρθρο αυτό, που αφορά κάποια σημαίνοντα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στις παρυφές του εργατικού κινήματος, είναι να επιστήσουμε την προσοχή του αναγνώστη σ’ αυτές τις μεθόδους.


Ι. Η συμμαχία των λικβινταριστών και των ναρόντνικων ενάντια στους εργάτες



Λέγεται πως η ιστορία αγαπά την ειρωνεία, το να παίζει παιχνίδια στους ανθρώπους, να συσκοτίζει την δυνατότητά τους για κατανόηση. Στην ιστορία, αυτό συμβαίνει διαρκώς στα άτομα, τις ομάδες ή τις τάσεις που δεν έχουν επίγνωση του τι πραγματικά εκπροσωπούν, δηλαδή που δεν μπορούν να κατανοήσουν σε ποια τάξη προσανατολίζονται στην πραγματικότητα (και όχι στη φαντασία τους). Το αν η έλλειψη αυτή κατανόησης είναι γνήσια ή υποκριτική είναι ερώτημα που μπορεί να απασχολεί τον βιογράφο κάποιου συγκεκριμένου ατόμου· για τον μελετητή όμως της πολιτικής, είναι ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας το πολύ.

Το σημαντικό θέμα είναι το πώς η ιστορία και η πολιτική ξεμπροστιάζουν τις ομάδες και τις τάσεις και αποκαλύπτουν τον αστικό χαρακτήρα που κρύβεται πίσω απ’ την ψευτοσοσιαλιστική ή ψευτομαρξιστική τους φρασεολογία. Στην εποχή των αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων, πάρα πολλές ομάδες και τάσεις, παντού, σε όλο τον κόσμο, φαντάστηκαν πως ήταν “σοσιαλιστές” και πόζαραν ως τέτοιοι (βλέπε για παράδειγμα τις σχολές που καταλογογραφούν οι Μαρξ και Ένγκελς στο τρίτο κεφάλαιο του Κομμουνιστικού Μανιφέστου) [2]. Η ιστορία τις έχει ξεμπροστιάσει γρήγορα, σε δέκα με είκοσι χρόνια, ή και λιγότερο.

Σήμερα, η Ρωσία περνά από μια τέτοια ακριβώς φάση.

Πάνε πάνω από δέκα χρόνια τώρα που οι Οικονομολόγοι, και έπειτα οι διάδοχοί τους οι Μενσεβίκοι, και μετά οι διάδοχοι των Μενσεβίκων —οι λικβινταριστές— άρχισαν να ξεκόβουν από το εργατικό κίνημα.

Οι μενσεβίκοι ήταν ιδιαίτερα επιθετικοί στις δηλώσεις τους πως οι μπολσεβίκοι είχαν προσεγγίσει τους ναρόντνικους.

Και τώρα έχουμε μπροστά μας μια πολύ ξεκάθαρη συμμαχία μεταξύ λικβινταριστών και ναρόντνικων, που έχει ως στόχο την εργατική τάξη και τους μπολσεβίκους, που έμειναν πιστοί στην τάξη αυτή.

Η συμμαχία της μικροαστικής διανόησης—των λικβινταριστών και των ναρόντνικων—ενάντια στους εργάτες αναπτύχθηκε αυθόρμητα. Στην αρχή, την προκάλεσε η “πρακτική.” Δεν είναι άξιο απορίας που ο κόσμος λέει πως η πρακτική προπορεύεται της θεωρίας (ειδικά στις περιπτώσεις όσων καθοδηγούνται από ψευδείς θεωρίες). Όταν οι εργάτες της Πετρούπολης απομάκρυναν τους λικβινταριστές από την εξουσία, όταν απέβαλλαν αυτούς τους εκπροσώπους της αστικής επιρροής από τα διοικητικά συμβούλια των συνδικάτων και από τις υπεύθυνες θέσεις στα συμβούλια των Ασφαλειών, οι λικβινταριστές βρέθηκαν σε συμμαχία με τους ναρόντνικους.

“Μόλις βρεθήκαμε βαλλόμενοι (όταν έγιναν οι εκλογές για τα συμβούλια των Ασφαλιστικών)”, γράφει ένας ειλικρινής και αφελής ναρόντνικος στην Stoikaya Mysl, αρ. 5, “η στενόμυαλη και σεχταριστική στάση των πραβδιστών έγινε μεμιάς ξεκάθαρη. Αλλά δεν χάσαμε την ελπίδα μας. Μαζί με τους λικβινταριστές φτιάξαμε μη σεχταριστική λίστα εκλογικών εκπροσώπων που μας έδωσε μια θέση στο Συμβούλιο και δύο θέσεις αναπληρωτών” (βλ. Put Pravdy αρ. 38, 16 Μαρτίου 1914).

Φτωχοί λικβινταριστές, τι άσχημο παιχνίδι που τους έπαιξε η ιστορία! Πόσο ανελέητα τους ξεμπρόστιασε ο νέος “φίλος και σύμμαχός τους” ο αριστερός ναρόντνικ!

Οι λικβινταριστές δεν κατάφεραν ούτε να αποκηρύξουν τις δικές τους επίσημες δηλώσεις και αποφάσεις από το 1903 και μετά, όπου περιέγραφαν τους αριστερούς ναρόντνικους ως αστούς δημοκράτες!

Η ιστορία πήρε παραμάζωμα τις φράσεις, διέλυσε τις αυταπάτες και ξεμπρόστιασε την ταξική φύση των ομάδων. Τόσο οι ναρόντνικοι όσο και οι λικβινταριστές είναι ομάδες μικροαστών διανοουμένων, τους οποίους οι μαρξιστές εργάτες απέβαλλαν από το κίνημα, και που προσπαθούν να ξανατρυπώσουν σ’ αυτό με ψεύτικα προσχήματα.






Χρησιμοποιούν το πιασάρικο σύνθημα “σεχταρισμός” ως μανδύα. Είναι η λέξη που ο διαβόητος Ακίμοφ, ο αρχηγός των οικονομολόγων, χρησιμοποίησε ως όπλο ενάντια στους ισκραϊστές στο Δεύτερο Συνέδριο του κόμματος το 1903. Το σύνθημα του Ακίμοφ, σύνθημα ενός ακραίου οπορτουνιστή, ήταν το μόνο όπλο που απέμεινε στους λικβινταριστές και τους ναρόντνικους. Αυτό το κουρέλι του περιοδικού Sovremennik [Σύγχρονο] φαινόταν να έχει έρθει στον κόσμο με τον ενσυνείδητο στόχο να αποκαλύψει σε όλους τους μορφωμένους ανθρώπους πόσο σάπιο, άχρηστο και σκουριασμένο ήταν αυτό το όπλο.

Αυτό το Sovremennik αποτελεί ένα μάλλον εκπληκτικό γεγονός στον δημοκρατικό δημοσιογραφικό μας κόσμο. Δίπλα-δίπλα με τα ονόματα των περιστασιακών αρθρογράφων (η ανάγκη οδηγεί κάθε είδους ανθρώπους σε παράξενα περιοδικά για να βγάλουν λίγα λεφτά!), βρίσκουμε έναν προφανώς ενδεικτικό συνδυασμό ονομάτων που έχουν στόχο να εκπροσωπήσουν τον συνδυασμό τάσεων.

Ο φιλελεύθερος Bogucharsky· οι ναρόντνικοι Sukhanov, Rakitnikov, Voronov, Chernov, και άλλοι· οι λικβινταριστές Dan, Martov· ο Τρότσκι και ο Sher (το όνομα του Potresov ανακοινώθηκε στο τεύχος 66 της Severnaya Rabochaya Gazeta δίπλα σ’ αυτό του Πλεχάνοφ, αλλά για κάποιο λόγο…εξαφανίστηκε μετά)· οι μαχιστές Μπαζάροφ και Λουνατσάρσκι, και τέλος, ο Πλεχάνοφ, ο βασικός ήρωας της εφημερίδας Yedinstvo (γράφεται και με μικρό και με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα): αυτά είναι τα κραυγαλέα ονόματα που αστράφτουν στη λίστα των αρθρογράφων του Sovremennik. Και σε πλήρη συμφωνία με τούτο, η κορωνίδα των τάσεων που εκφράζονται στο περιοδικό είναι η προώθηση (εκ μέρους των ναρόντνικων) της συμμαχίας των ίδιων και των “μαρξιστών” (δεν κάνω πλάκα!).

Ο αναγνώστης μπορεί να κρίνει ο ίδιος το ποιον αυτής της προώθησης από τα άρθρα που γράφει ο κύριος Σουχάνοφ, ο επικεφαλής αυτού του περιοδικού. Ορίστε κάποιες από τις σημαντικότερες “ιδέες” αυτού του κυρίου:

“Το παλιό χάσμα, όπως και να έχει, έχει εξαφανιστεί. Δεν είναι πλέον εφικτό να καθορίσουμε πού τελειώνει ο μαρξισμός και πού ξεκινά ο ναροντνισμός. Και οι δύο βρίσκονται και από τις δύο πλευρές. Και οι δύο πλευρές δεν είναι ούτε μαρξιστικές ούτε “ναρόντνικες”. Πράγματι, θα μπορούσε, ή μπορεί, να γίνει διαφορετικά; Μπορεί οποιοσδήποτε κολλεκτιβιστής στον εικοστό αιώνα να σκεφτεί με τρόπο που να μην είναι μαρξιστικός; Και μπορεί οποισδήποτε σοσιαλιστής στη Ρωσία να είναι κάτι άλλο από ναρόντνικος;”

“Ό,τι είπαμε για το ναρόντνικο αγροτικό πρόγραμμα πρέπει να ειπωθεί και για το σημερινό μαρξιστικό αγροτικό πρόγραμμα: σε ό,τι αφορά την μέθοδο με την οποία περιγράφει το θέμα είναι μαρξιστικό, αλλά στους πρακτικούς του στόχους είναι ναρόντνικο. Επικαλείται την “ιστορική πορεία των πραγμάτων” και προσπαθεί να αφομοιώσει το σύνθημα ‘γη και ελευθερία’.” (Sovremennik, αρ. 7, σ. 75-76).

Νομίζω πως αυτά αρκούν!

Αυτός ο κύριος Σουχάνοφ κομπάζει δημοσίως ότι ο Πλεχάνοφ συμφωνεί μαζί του. Αλλά ο Πλεχάνοφ σιωπά!

Αλλά ας εξετάσουμε το είδος επιχειρήματος που παρουσιάζει ο κύριος Σουχάνοφ. Αυτός ο νέος σύμμαχος του Πλεχάνοφ και των εξαϋλωτών έχει “εξαϋλώσει” τη διαφορά ανάμεσα στον μαρξισμό και τον ναροντνισμό στη βάση του γεγονότος ότι, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται, οι πρακτικοί στόχοι και των δύο τάσεων ενσωματώνουν το σύνθημα “γη και ελευθερία.”

Πρόκειται, συνολικά και κυριολεκτικά, για την υπεράσπιση της “ενότητας” ανάμεσα στους εργάτες και την αστική τάξη. Θα μπορούσαμε να πούμε, για παράδειγμα, ότι “σε ό,τι αφορά τους πρακτικούς τους στόχους”, τόσο η εργατική τάξη όσο και η φιλελεύθερη μπουρζουαζία “αγωνίζονται να αφομοιώσουν” το σύνθημα του Συντάγματος. Από αυτό, ο έξυπνος κύριος Σουχάνοφ θα έπρεπε να αντλήσει το συμπέρασμα ότι το χάσμα μεταξύ προλεταριάτου και μπουρζουαζίας έχει “εξαϋλωθεί” και ότι είναι “είναι αδύνατο να καθορίσεις πού τελειώνει” η προλεταριακή δημοκρατία και πού αρχίζει η αστική.

Ας πάρουμε το κείμενο του μαρξιστικού αγροτικού προγράμματος. Ο Σουχάνοφ φέρεται όπως όλοι οι φιλελεύθεροι αστοί, όταν διαλέγουν ένα “πρακτικό” σύνθημα (“Σύνταγμα!”) και δηλώνουν πως η διαφορά ανάμεσα στην σοσιαλιστική και την αστική θεώρηση του κόσμου είναι ζήτημα “αφηρημένης θεωρίας”! Εμάς όμως θα μας επιτρέψετε να θεωρούμε ότι το νόημα και η σημασία των πρακτικών συνθημάτων, το ποιας τάξης συμφέροντα υπηρετούν αυτά τα συνθήματα, και το πώς τα υπηρετούν, είναι ζητήματα για τα οποία δεν μπορεί να είναι αδιάφοροι οι ταξικά ενσυνείδητοι εργάτες και όλοι όσοι έχουν νοήμον ενδιαφέρον για την πολιτική.

Περνάμε στο μαρξιστικό αγροτικό πρόγραμμα (στο οποίο ο κύριος Σουχάνοφ αναφέρθηκε για να το διαστρεβλώσει εντελώς) και βρίσκουμε αμέσως, δίπλα στα πρακτικά σημεία που είναι ζητήματα όπου υπάρχουν διαφωνίες ανάμεσα στους μαρξιστές (για παράδειγμα, την δομή της τοπικής αυτοδιοίκησης), άλλα σημεία, τα οποία είναι αναμφισβήτητα.

“Με τον στόχο της εξάλειψης των υπολειμμάτων του συστήματος της δουλοπαροικίας, τα οποία αποτελούν άμεσο και δυσβάσταχτο βάρος για τους αγρότες, και με σκοπό τη διευκόλυνση της ελεύθερης ανάπτυξης της ταξικής πάλης στις αγροτικές περιοχές”…έτσι ξεκινά το μαρξιστικό αγροτικό πρόγραμμα. Για τον κύριο Σουχάνοφ, αυτό είναι ασήμαντη “αφηρημένη θεωρία”! Το αν θέλουμε το σύνταγμα για να διευκολύνουμε την ελεύθερη ανάπτυξη της ταξικής πάλης ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη ή για να διευκολύνουμε την “κοινωνική συμφιλίωση” ανάμεσα στους εργάτες και τους καπιταλιστές είναι ζήτημα άνευ σημασίας· είναι “αφηρημένη θεωρία”. Αυτό θέλουν να πιστέψουμε όλοι οι αστοί.

Όταν προσπαθεί να πείσει τους εργάτες για κάτι τέτοιο, ο αστός εκφράζει ορθά τα δικά του ταξικά συμφέροντα. Ο κύριος Σουχάνοφ φέρεται εντελώς ως αστός όταν υποβαθμίζει την σημασία του γιατί χρειαζόμαστε τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις: ώστε να διευκολύνουμε την ελεύθερη ανάπτυξη της ταξικής πάλης ανάμεσα στους μισθωτούς και τους αφέντες τους, μικρούς και μεγάλους, ή ώστε να διευκολύνουμε την “κοινωνική συμφιλίωση” ανάμεσά τους με τη βοήθεια αστικών συνθημάτων όπως αυτό της “εργατικής” οικονομίας;

Λίγο μετά, διαβάζουμε στο μαρξιστικό αγροτικό πρόγραμμα ότι οι μαρξιστές “θα αντιτίθενται πάντοτε και σταθερά σε κάθε απόπειρα παρεμπόδισης της οικονομικής προόδου.” Όπως είναι γνωστό, αυτός είναι ο λόγος που οι μαρξιστές δηλώνουν ότι κάθε προσπάθεια, όσο μικρή κι αν είναι, να περιοριστεί η ελευθερία της κινητικότητας (της αγοράς, πώλησης, ενοικίασης, κλπ) της αγροτικής γης είναι αντιδραστικό μέτρο, το οποίο ζημιώνει τους εργάτες και την κοινωνική ανάπτυξη γενικά.

Οι ναρόντνικοι —από τον “καντέτο” Peshekhonov στους αριστερούς ναρόντνικους του Smelaya Mysl— εκπροσωπούν τον περιορισμό της κινητοποίησης, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Οι ναρόντικοι, λένε οι μαρξιστές, είναι οι χειρότεροι αντιδραστικοί σε ό,τι αφορά το θέμα αυτό.

Ο κύριος Σουχάνοφ αγνοεί το σημείο αυτό. Διστάζει να ανακαλέσει στη μνήμη του το γεγονός ότι αυτό ήταν που έκανε τον Πλεχάνοφ να αποκαλέσει τους ναρόντνικους “αντιδραστικούς σοσιαλιστές”. Ο κύριος Σουχάνοφ παρακάμπτει την “αφηρημένη θεωρία” στη βάση της διαβεβαίωσης ότι ο ίδιος εκπροσωπεί την “πρακτική”, και παρακάμπτει την “πρακτική” (την ελευθερία της κινητικότητας της αγροτικής γης) στη βάση της γενικής διαβεβαίωσης ότι εκπροσωπεί το σύνθημα “γη και ελευθερία.”

Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο. Ο κύριος Σουχάνοφ δεν είναι τίποτε άλλο από ένας αστός ο οποίος προσπαθεί να συσκοτίσει την ταξική πάλη ανάμεσα στους εργάτες και τα αφεντικά.



Πηγή: Lenin Reloaded via Praxis



Read more »

09 Σεπτεμβρίου 2012

V.I. Lenin-Το αυθόρμητο και η συνειδητότητα του σοσιαλισμού


Ή, μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις. Το ζήτημα είναι ποιον επιλέγεις για δάσκαλο, συνεπώς.
LR
---

V.I. Lenin
Τι να κάνουμε;
[1901-02]

… σημειώσαμε πώς στα μέσα της δεκαετίας 1890-1900 η έλξη της μορφωμένης ρωσικής νεολαίας προς τη μαρξιστική θεωρία είχε γίνει καθολικό φαινόμενο. Παρόμοιο καθολικό χαρακτήρα πήραν στην ίδια περίπου περίοδο και οι εργατικές απεργίες που ξέσπασαν το 1896 μετά τον περίφημο βιομηχανικό πόλεμο της Πετρούπολης. Η επέκταση τους σ΄ όλη τη Ρωσία έδειχνε καθαρά πόσο βαθύ ήταν το λαϊκό κίνημα που ξανάρχισε ν΄ ανεβαίνει. Κι αν πρόκειται να μιλήσουμε για το «αυθόρμητο στοιχείο», τότε, φυσικά, ίσα ίσα αυτό το απεργιακό κίνημα πρέπει κατά πρώτο λόγο να θεωρηθεί αυθόρμητο.


Όμως υπάρχει αυθόρμητο και αυθόρμητο.


Απεργίες είχαν γίνει στη Ρωσία και στις δεκαετίες 1870-1880 και 1860-1870 (ακόμα και στην πρώτη πενηνταετία του 19ου αιώνα), απεργίες που συνοδεύονταν από «αυθόρμητη» καταστροφή των μηχανών κτλ. Σε σύγκριση μ΄ αυτούς τους «ξεσηκωμούς», οι απεργίες της δεκαετίας 1890-1900 θα μπορούσαν μάλιστα να χαρακτηριστούν και «συνειδητές» - τόσο σημαντικό είναι το βήμα που έκανε το εργατικό κίνημα σ΄ αυτό το διάστημα.


Αυτό μας δείχνει ότι το «αυθόρμητο στοιχείο» δεν αποτελεί στην ουσία τίποτε άλλο παρά εμβρυακή μορφή του συνειδητού.


Ακόμα και οι πρωτόγονοι ξεσηκωμοί εκφράζανε ως ένα βαθμό το ξύπνημα της συνείδησης: οι εργάτες έχαναν την προαιώνια πίστη τους στο απαρασάλευτο του καθεστώτος που τους συνέθλιβε, άρχιζαν... δε θάλεγα να καταλαβαίνουν, μα να νιώθουν την ανάγκη της συλλογικής αντίστασης και να εγκαταλείπουν αποφασιστικά τη δουλική υποταγή στους προϊσταμένους τους.


Ωστόσο όλα αυτά ήταν πολύ περισσότερο ξεσπάσματα απόγνωσης κι εκδίκησης παρά αγώνας.


Οι απεργίες της δεκαετίας 1890-1900 δείχνουν πολύ μεγαλύτερες αναλαμπές συνείδησης: υποβάλλονται συγκεκριμένα αιτήματα, υπολογίζεται από τα πριν η καταλληλότερη στιγμή, συζητούνται ορισμένες περιπτώσεις και παραδείγματα από άλλα μέρη κτλ. Αν οι ξεσηκωμοί ήταν απλώς μια εξέγερση καταπιεζόμενων ανθρώπων, τότε οι συστηματικές απεργίες εκφράζανε ήδη τα έμβρυα της ταξικής πάλης, αλλά μόνο τα έμβρυα. Αυτές καθαυτές οι απεργίες εκείνες ήταν αγώνας τρεϊντ-γιουνιονιστικός[1], όχι όμως ακόμα σοσιαλδημοκρατικός [2] (σοσιαλισμός).




Σήμαιναν το ξύπνημα του ανταγωνισμού ανάμεσα στους εργάτες και στ' αφεντικά, μα οι εργάτες δεν είχαν και δεν μπορούσαν να έχουν συνείδηση της αγεφύρωτης αντίθεσης των συμφερόντων τους μ' όλο το σύγχρονο πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς, δηλ. συνείδηση σοσιαλδημοκρατική. Μ' αυτή την έννοια οι απεργίες της δεκαετίας 1890-1900, παρά την τεράστια πρόοδο τους σε σύγκριση με τους «ξεσηκωμούς», εξακολουθούσαν να είναι ένα κίνημα καθαρά αυθόρμητο. Είπαμε, ότι δεν μπορούσε να υπάρχει ακόμα σοσιαλδημοκρατική συνείδηση μέσα στους εργάτες. Η συνείδηση αυτή μπορούσε να έρθει σ' αυτούς μόνο απέξω. Η ιστορία όλων των χωρών δείχνει, ότι η εργατική τάξη αποκλειστικά με τις δικές της δυνάμεις δεν είναι σε θέση ν' αναπτύξει παρά μόνο μια τρεϊντ-γιουνιονιστική συνείδηση, δηλ. την πεποίθηση ότι είναι ανάγκη να ενωθεί σε σωματεία, να κάνει αγώνα ενάντια στ' αφεντικά, να παλεύει για ν' αποσπάσει από την κυβέρνηση τον άλφα ή τον βήτα απαραίτητο νόμο για τους εργάτες κτλ. Η διδασκαλία όμως του σοσιαλισμού αναπτύχθηκε από τις φιλοσοφικές, ιστορικές και οικονομικές θεωρίες, που τις επεξεργάστηκαν οι μορφωμένοι εκπρόσωποι των ευπόρων τάξεων, η διανόηση. Οι θεμελιωτές του σύγχρονου επιστημονικού σοσιαλισμού, ο Μαρξ και ο Ενγκελς, ανήκαν και οι ίδιοι, ως προς την κοινωνική τους θέση, στην αστική διανόηση. Το ίδιο και στη Ρωσία η θεωρητική διδασκαλία της σοσιαλδημοκρατίας εμφανίστηκε εντελώς ανεξάρτητα από την αυθόρμητη ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, εμφανίστηκε σαν φυσικό και αναπόφευκτο επακόλουθο της ανάπτυξης της σκέψης μέσα στην επαναστατική-σοσιαλιστική διανόηση. Στην εποχή για την οποία μιλάμε, δηλ. στα μέσα της δεκαετίας 1890-1900, η διδασκαλία αυτή δεν ήταν μόνο ένα πρόγραμμα εντελώς διαμορφωμένο της ομάδας «Απελευθέρωση της δουλειάς», αλλά είχε κερδίσει κιόλας με το μέρος της την πλειονότητα της επαναστατικής νεολαίας της Ρωσίας. Συνεπώς, υπήρχε και το αυθόρμητο ξύπνημα των εργατικών μαζών, το ξύπνημα στη συνειδητή ζωή και στο συνειδητό αγώνα, υπήρχε και μια εξοπλισμένη με τη σοσιαλδημοκρατική θεωρία επαναστατική νεολαία πού φλεγόταν από τον πόθο να έρθει σε επαφή με τους εργάτες. Σχετικά μ' αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ν' αναφέρουμε ένα γεγονός, που συχνά το ξεχνάνε (και σχετικά δεν είναι πολύ γνωστό), το γεγονός δηλ. ότι οι πρώτοι σοσιαλδημοκράτες εκείνης της περιόδου, που ασχολούνταν με ζήλο με την οικονομική ζύμωση - (και που υπολόγιζαν απόλυτα σ' αυτή τους τη δουλειά τις πραγματικά ωφέλιμες υποδείξεις της μπροσούρας «Για τη ζύμωση» που τότε ήταν ακόμα χειρόγραφη)- όχι μόνο δε θεωρούσαν τη ζύμωση αυτή σαν το μοναδικό καθήκον τους, μα, απεναντίας, από την πρώτη στιγμή προωθούσαν και τα πιο πλατιά ιστορικά καθήκοντα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας γενικά, και το καθήκον της ανατροπής της απολυταρχίας ειδικά... ... Αυτό δείχνει - (πράγμα πού δεν μπορεί να το καταλάβει με κανένα τρόπο το «Ραμπότσεγε Ντιέλο») – ότι κάθε υπόκλιση μπρος στο αυθόρμητο του εργατικού κινήματος, κάθε μείωση του ρόλου του «συνειδητού στοιχείου», του ρόλου της σοσιαλδημοκρατίας, σημαίνει ταυτόχρονα - εντελώς ανεξάρτητα από το αν αυτός που μειώνει αυτό το ρόλο το θέλει είτε όχι - δυνάμωμα της επίδρασης της αστικής ιδεολογίας πάνω στους εργάτες. Όλοι όσοι μιλούν για «υπερεκτίμηση της ιδεολογίας», για μεγαλοποίηση του ρόλου του συνειδητού στοιχείου [3] κτλ. φαντάζονται, ότι το καθαρά εργατικό κίνημα μπορεί αυτό καθαυτό να επεξεργαστεί και θα επεξεργαστεί μια ανεξάρτητη ιδεολογία, αρκεί μόνο οι εργάτες «ν' αποσπάσουν από τα χέρια των ηγετών την τύχη τους».


Αυτό όμως είναι μεγάλο λάθος. Μια και δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανεξάρτητη ιδεολογία, επεξεργασμένη από τις ίδιες τις εργατικές μάζες στην πορεία του κινήματος τους, το ζήτημα μπαίνει μόνο έτσι: είτε αστική είτε σοσιαλιστική ιδεολογία. Μέσος όρος δεν υπάρχει (γιατί η ανθρωπότητα δεν έχει επεξεργαστεί καμιά «τρίτη» ιδεολογία· και γενικά, σε μια κοινωνία που σπαράζεται από ταξικές αντιθέσεις, δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ εξωταξική ή υπερταξική ιδεολογία).


Για το λόγο αυτό κάθε μείωση του ρόλου της σοσιαλιστικής ιδεολογίας, κάθε απομάκρυνση απ' αυτήν σημαίνει ταυτόχρονα και δυνάμωμα της αστικής ιδεολογίας. Γίνεται λόγος για το αυθόρμητο. Η αυθόρμητη όμως εξέλιξη του εργατικού κινήματος τραβάει ίσα ίσα στην υποταγή του στην αστική ιδεολογία... γιατί το αυθόρμητο εργατικό κίνημα είναι τρέιντ- γιουνιονισμός... και τρέιντ-γιουνιονισμός σημαίνει ακριβώς ιδεολογική υποδούλωση των εργατών στην αστική τάξη. Γι' αυτό το λόγο το καθήκον μας, το καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας, είναι ν' αγωνιστούμε ενάντια στο αυθόρμητο, για ν’ αποτραβήξουμε το εργατικό κίνημα απ' αυτή την αυθόρμητη τάση του τρέϊντ-γιουνιονισμού να μπει κάτω από τα φτερά της αστικής τάξης, και να το τραβήξουμε κάτω από τα φτερά της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας. Γι’ αυτό, ο ισχυρισμός των συνταχτών του «οικονομιστικού» γράμματος που δημοσιεύτηκε στο φύλλο 12 της «Ισκρα», ότι καμιά προσπάθεια και των πιο εμπνευσμένων θεωρητικών δεν μπορεί ν' αποτραβήξει το εργατικό κίνημα από το δρόμο που καθορίζεται από την αλληλεπίδραση των υλικών στοιχείων και του υλικού περιβάλλοντος, ισοδυναμεί απόλυτα με απάρνηση του σοσιαλισμού· κι αν οι συντάχτες του γράμματος αυτού ήταν σε θέση να σκεφτούν κατά βάθος χωρίς φόβο και με συνέπεια αυτά που λένε, όπως πρέπει να κάνει ο καθένας που μπαίνει στο στίβο της φιλολογικής και της δημόσιας δράσης, δε θα τους έμενε τίποτε άλλο παρά «να σταυρώσουν στο στήθος τα άχρηστα χέρια τους» και... και ν’ αφήσουν το πεδίο δράσης στους «κ.κ. Στρούβε και Προκοπόβιτς, που τραβούν το εργατικό κίνημα «στη γραμμή της μικρότερης αντίστασης», δηλ. στη γραμμή του αστικού τρέιντ-γιουνιονισμού ή στους κ.κ. Ζουμπάτοφ που το τραβούν στη γραμμή της παπαδίστικης-χωροφυλακίστικης «ιδεολογίας». Θυμηθείτε το παράδειγμα της Γερμανίας. Ποια ήταν η ιστορική υπηρεσία του Λασσάλ στο εργατικό κίνημα της Γερμανίας; Οτι αποτράβηξε το κίνημα αυτό από το δρόμο του προοδευτικού τρέιντ-γιουνιονισμού και κοοπερατιβισμού, όπου τραβούσε αυθόρμητα (με την καλόβουλη συμμετοχή των διαφόρων Σούλτσε-Ντέλιτς και των ομοίων τους). Για να εκπληρωθεί αυτό το καθήκον χρειάστηκε κάτι που δεν έμοιαζε καθόλου με τις συζητήσεις για υποτίμηση του αυθόρμητου στοιχείου, για ταχτική-προτσές, για την αλληλεπίδραση στοιχείων και περιβάλλοντος κτλ. Γι' αυτό το πράγμα χρειάστηκε απεγνωσμένος αγώνας ενάντια στο αυθόρμητο, και μόνο ύστερα από ένα τέτοιον αγώνα που κράτησε πολλά, πάρα πολλά χρόνια στάθηκε δυνατό λχ. ο εργατικός πληθυσμός του Βερολίνου από στήριγμα του προοδευτικού κόμματος να γίνει ένα από τα καλύτερα φρούρια της σοσιαλδημοκρατίας.


Και ο αγώνας αυτός δεν τέλειωσε καθόλου ως τα σήμερα (όπως θα νόμιζαν όσοι μελετούν την ιστορία του γερμανικού κινήματος κατά τον Προκοπόβιτς και τη φιλοσοφία του κατά τον Στρούβε). Και σήμερα ακόμα η εργατική τάξη της Γερμανίας είναι, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, χωρισμένη σε κάμποσες ιδεολογίες: ένα μέρος από τους εργάτες είναι οργανωμένο στα καθολικά και στα μοναρχικά συνδικάτα, ένα άλλο στα συνδικάτα Χιρς-Ντούνκερ που Ιδρύθηκαν από τους αστούς θιασώτες του αγγλικού τρέιντ-γιουνιονισμού, ένα τρίτο μέρος είναι οργανωμένο στα σοσιαλδημοκρατικά συνδικάτα. Η τελευταία αυτή μερίδα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη απ' όλες τις υπόλοιπες, μόνο όμως με την αδιάλλαχτη πάλη ενάντια σ' όλες τις άλλες ιδεολογίες η σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία μπόρεσε να καταχτήσει και θα μπορέσει να διατηρήσει αυτή την υπεροχή. Γιατί όμως - θα ρωτήσει ο αναγνώστης - το αυθόρμητο κίνημα, το κίνημα που ακολουθεί τη γραμμή της μικρότερης αντίστασης, οδηγεί ίσα ίσα στην κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας; Για τον απλούστατο λόγο, ότι η αστική ιδεολογία είναι ως προς την προέλευση της πολύ πιο παλιά από τη σοσιαλιστική ιδεολογία· γιατί είναι πιο πολύπλευρα δουλεμένη και γιατί διαθέτει ασύγκριτα περισσότερα μέσα διάδοσης...


Σημειώσεις
[1] Οι Μαρξ και Ενγκελς πολέμησαν επίσης το ρεφορμισμό των βρετανικών συνδικάτων, γνωστών και ως τρέιντ-γιούνιον. Ο τρέιντ-γιουνιονισμός ξεκινούσε με την παραδοχή της μονιμότητας των καπιταλιστικών σχέσεων και επιδίωκε, μέσω μεταρρυθμίσεων, να βελτιώσει τη θέση των οργανωμένων στα συνδικάτα εργατών μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Η δραστηριότητα των τρέιντ-γιουνιονιστών ήταν αγώνας για τη βελτίωση των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης και όχι για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Η τρέιντ-γιουνιονιστική πολιτική ήταν έτσι αστική πολιτική του εργατικού κινήματος και η αυθόρμητη τρέιντ-γιουνιονιστική ιδεολογία ήταν η αστική ιδεολογία.


[2] *Σοσιαλδημοκρατία εννοείται η κομμουνιστική ιδεολογία γιατί ιστορικά ακόμα δεν είχε έρθει η διάσπαση ιδεολογική – πολιτική – οργανωτική της σοσιαλδημοκρατίας σε σοσιαλδημοκράτες και κομμουνιστές.


[3]...Μα τα είδωλα που είχαν εκεί οι αριστεροί, τον Σούλτσε-Ντέλιτς, τον Μπέρεντς, τον Έλσνερ, τον Στάϊν, κτλ., τους μεταχειριστήκαμε με την ίδια αυστηρότητα όπως τα είδωλα της Φρανκφούρτης. Αποκαλύψαμε χωρίς έλεος την αναποφασιστικότητά τους και τους αποδείχναμε ότι με τους συμβιβασμούς που έκαναν πρόδιδαν βήμα προς βήμα την επανάσταση.(Ενγκελς)


Πηγή: http://gekoudi.blogspot.com/2011/06/blog-post.html/Radical Desire via Lenin Reloaded

Read more »

07 Σεπτεμβρίου 2012

Β.Ι. Λένιν: Απάντηση στον Π. Κίεβσκι (Γ. Πιατακόφ)




Ο πόλεμος μερικούς τους εξουθενώνει και τους τσακίζει και άλλους τους ατσαλώνει και τους φωτίζει – όπως και κάθε κρίση στη ζωή του ανθρώπου ή στην ιστορία των λαών.

Η αλήθεια αυτή γίνεται αισθητή και στον τομέα της σοσιαλδημοκρατικής σκέψης για τον πόλεμο και απ’ αφορμή τον πόλεμο. Άλλο πράγμα είναι να βαθύνει κανείς πιο πολύ στις αιτίες και τη σημασία του ιμπεριαλιστικού πολέμου πάνω στη βάση του πολύ αναπτυγμένου καπιταλισμού, στα καθήκοντα τακτικής της σοσιαλδημοκρατίας σε σχέση με τον πόλεμο, στις αιτίες της κρίσης της σοσιαλδημοκρατίας και τα λοιπά, και άλλο πράγμα είναι να αφήσει κανείς να του εξουθενώσει ο πόλεμος τη σκέψη και, κάτω από την πίεση των φρικαλέων εντυπώσεων και των οδυνηρών συνεπειών ή ιδιοτήτων του πολέμου, να πάψει να σκέπτεται και να αναλύει.

Μια απ’ αυτές τις μορφές κατάπνιξης και εξουθένωσης της ανθρώπινης σκέψης απ’ τον πόλεμο είναι η περιφρονητική στάση του «ιμπεριαλιστικού οικονομισμού» απέναντι στη δημοκρατία. Ο Π. Κίεβσκι δεν παρατηρεί ότι όλους του τους συλλογισμούς τους διαπερνά χαρακτηριστικά αυτή η εξουθένωση, ο τρόμος, η παραίτηση από την ανάλυση εξαιτίας του πολέμου. Μα τι να μιλάμε τώρα εδώ για υπεράσπιση της πατρίδας, όταν έχουμε μπροστά μας ένα τόσο άγριο μακελειό! Τι να μιλάμε τώρα εδώ για δικαιώματα των εθνών, όταν βασιλεύει απλώς ο γενικός στραγγαλισμός! Για ποια αυτοδιάθεση, «ανεξαρτησία» των εθνών μπορεί να γίνει εδώ λόγος, όταν κοιτάξετε τι έκαναν με την «ανεξάρτητη» Ελλάδα! Τι να μιλάει κανείς και να σκέπτεται γενικά για «δικαιώματα», όταν παντού τσαλαπατούν όλα τα δικαιώματα στο όνομα των συμφερόντων της στρατοκρατικής κλίκας! Τι να μιλάει και να σκέπτεται κανείς για δημοκρατία, όταν δεν έχει απομείνει η παραμικρή διαφορά, στ’ αλήθεια απολύτως καμιά διαφορά ανάμεσα στις πιο δημοκρατικές δημοκρατίες και τις πιο αντιδραστικές μοναρχίες, όταν δεν φαίνεται γύρω μας ούτε ίχνος της στη διάρκεια αυτού του πολέμου!

Ο Π. Κίεβσκι θυμώνει πολύ, όταν του παρατηρούν πως αφέθηκε να τρομοκρατηθεί, αφέθηκε να παρασυρθεί ως την άρνηση της δημοκρατίας γενικά – θυμώνει και αντιτείνει: εγώ δεν είμαι καθόλου ενάντια στη δημοκρατία, είμαι μονάχα ενάντια σ’ ένα δημοκρατικό αίτημα που το θεωρώ «άσχημο». Όσο, όμως, κι αν θυμώνει ο Π. Κίεβσκι, όσο κι αν μας «διαβεβαιώνει» (και ίσως και τον ίδιο τον εαυτό του) ότι δεν είναι καθόλου «ενάντια» στη δημοκρατία, οι συλλογισμοί του –ή πιο σωστά: τα συνεχή λάθη των συλλογισμών του- αποδεικνύουν το αντίθετο.

Η υπεράσπιση της πατρίδας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο είναι ψευτιά, δεν είναι, όμως, καθόλου ψευτιά σ’ ένα δημοκρατικό και επαναστατικό πόλεμο. Οι συζητήσεις για «δικαιώματα» σε καιρό πολέμου φαίνονται γελοίες, γιατί κάθε πόλεμος βάζει στη θέση του δικαιώματος την ανοιχτή και άμεση βία, ωστόσο αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε ότι στην ιστορία υπήρξαν στο παρελθόν (και σίγουρα θα υπάρξουν, αναγκαστικά θα υπάρξουν και στο μέλλον) πόλεμοι (δημοκρατικοί και επαναστατικοί πόλεμοι), οι οποίοι, αντικαθιστώντας στον καιρό του πολέμου κάθε «δικαίωμα», κάθε δημοκρατία με τη βία, εξυπηρετούσαν με το κοινωνικό τους περιεχόμενο, με τις συνέπειες τους την υπόθεση της δημοκρατίας και επομένως του σοσιαλισμού. Το παράδειγμα της Ελλάδας φαίνεται να «αναιρεί» κάθε αυτοδιάθεση των εθνών, το παράδειγμα, όμως, αυτό, αν θέλει κανείς να σκεφτεί, να αναλύσει, να ζυγίσει κι όχι να ξεκουφαθεί από την ηχηρότητα των λέξεων, όχι να αφήσει τον εαυτό του να τρομοκρατηθεί κάτω από το βάρος των εφιαλτικών εντυπώσεων του πολέμου – το παράδειγμα αυτό δεν είναι διόλου σοβαρότερο και πειστικότερο από τις κοροϊδίες σε βάρος της δημοκρατίας απ’ αφορμή το γεγονός, ότι οι «δημοκρατικές», οι πιο δημοκρατικές δημοκρατίες, όχι μόνο η Γαλλία, αλλά και οι Ηνωμένες Πολιτείες, και η Πορτογαλία, και η Ελβετία, στη διάρκεια αυτού του πολέμου, εγκαθίδρυσαν και εγκαθιδρύουν την ίδια ακριβώς αυθαιρεσία της στρατοκρατικής κλίκας, όπως και η Ρωσία.

Είναι γεγονός ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος εξαλείφει τη διαφορά δημοκρατίας και μοναρχίας, το να συνάγει, όμως, κανείς από δω την άρνηση της δημοκρατίας, ή έστω και την περιφρονητική στάση απέναντι σ’ αυτή, σημαίνει ότι επιτρέπει να του εξουθενώσουν τη σκέψη οι φρίκες του πολέμου. Έτσι σκέπτονται και πολλοί οπαδοί του συνθήματος του «αφοπλισμού» (η Ρόλαντ-Χολστ, οι Ελβετοί νέοι, οι Σκανδιναβοί «αριστεροί» κ.ά.) – τι να μιλάμε, λέει, τώρα εδώ για επαναστατική χρησιμοποίηση του στρατού ή της πολιτοφυλακής, όταν, κοιτάξτε, υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στην πολιτοφυλακή των δημοκρατιών και τον τακτικό στρατό των μοναρχιών σ’ αυτόν τον πόλεμο; -όταν ο μιλιταρισμός κάνει παντού ένα τόσο φρικτό έργο;

Όλα αυτά αποτελούν μία και μόνη πορεία σκέψης, ένα και το ίδιο θεωρητικό και πρακτικό-πολιτικό λάθος που δεν το παρατηρεί ο Π. Κίεβσκι, αν και το κάνει κυριολεκτικά σε κάθε βήμα στο άρθρο του. Νομίζει ότι καταπολεμάει μόνο την αυτοδιάθεση, θέλει να καταπολεμήσει μονάχα αυτήν, όμως, το αποτέλεσμα είναι –παρά τη θέληση και τη συνείδησή του, κι αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο!- το αποτέλεσμα είναι πως δε φέρνει ούτε ένα επιχείρημα που δε θα μπορούσε να προβληθεί με την ίδια επίσης αιτιολογία ενάντια στη δημοκρατία γενικά!

Η πραγματική πηγή όλων των παράδοξων λογικών του λαθών, όλης της σύγχυσής του –όχι μόνο στο ζήτημα της αυτοδιάθεσης, αλλά και στο ζήτημα της υπεράσπισης της πατρίδας, στο ζήτημα του διαζυγίου, στο ζήτημα των «δικαιωμάτων» γενικά- βρίσκεται στο ότι η σκέψη του έχει εξουθενωθεί από τον πόλεμο, και εξαιτίας αυτής της εξουθένωσης έχει διαστρεβλωθεί τελείως η θέση του μαρξισμού απέναντι στη δημοκρατία γενικά.

Ο ιμπεριαλισμός είναι ένας πολύ αναπτυγμένος καπιταλισμός.. ο ιμπεριαλισμός είναι προοδευτικός.. ο ιμπεριαλισμός είναι άρνηση της δημοκρατίας.. «άρα», η δημοκρατία είναι «απραγματοποίητη» στον καπιταλισμό. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι κατάφωρη παραβίαση κάθε δημοκρατίας, το ίδιο και στις καθυστερημένες μοναρχίες και στις προχωρημένες δημοκρατίες.. «άρα», δεν έχουν θέση οι συζητήσεις για «δικαιώματα» (δηλαδή για δημοκρατία!). Στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο μπορεί να «αντιπαραθέσει» κανείς «μόνο» το σοσιαλισμό.. η «διέξοδος» βρίσκεται μόνο στο σοσιαλισμό.. «άρα», το να προβάλλει κανείς δημοκρατικά συνθήματα στο πρόγραμμα-μίνιμουμ, δηλαδή στις συνθήκες πια του καπιταλισμού, είναι απάτη ή αυταπάτη ή συσκότιση, απομάκρυνση κλπ. του συνθήματος της σοσιαλιστικής ανατροπής.

Να ποια είναι η πραγματική πηγή που ο Π. Κίεβσκι δεν έχει επίγνωσή της, είναι, όμως, η πραγματική πηγή όλων των παθημάτων του. Να το βασικό λογικό του λάθος, που, ακριβώς επειδή αυτό αποτελεί τη βάση, χωρίς ο συγγραφέας να έχει επίγνωσή του, «σκάζει» σε κάθε βήμα σαν σάπια σαμπρέλα ποδηλάτου, «ξεπηδάει» πότε στο ζήτημα τη υπεράσπισης της πατρίδας, πότε στο ζήτημα του διαζυγίου και πότε στη φράση για τα «δικαιώματα» σ’ αυτή την υπέροχη (ως προς τη βαθύτητα της περιφρόνησης απέναντι στα «δικαιώματα» και ως προς τη βαθύτητα της έλλειψης κατανόησης του ζητήματος) φράση: δε θα γίνει λόγος για τα δικαιώματα, αλλά για την καταστροφή της προαιώνιας σκλαβιάς!

Το να πει κανείς μια τέτοια φράση σημαίνει ακριβώς ότι δείχνει έλλειψη κατανόησης της σχέσης ανάμεσα στον καπιταλισμό και στη δημοκρατία, ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τη δημοκρατία.

Ο καπιταλισμός γενικά και ο ιμπεριαλισμός ειδικότερα μετατρέπει τη δημοκρατία σε αυταπάτη – ταυτόχρονα, όμως, ο καπιταλισμός γεννάει δημοκρατικές τάσεις στις μάζες, δημιουργεί δημοκρατικούς θεσμούς, οξύνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό που αρνείται τη δημοκρατία και στις μάζες που τείνουν προς τη δημοκρατία. Ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός δεν είναι δυνατό να ανατραπούν με κανενός είδους δημοκρατικούς μετασχηματισμούς, ακόμη και με τους πιο «ιδανικούς», αλλά μόνο με μια οικονομική ανατροπή, το προλεταριάτο, όμως, που δε διαπαιδαγωγείται στην πάλη για τη δημοκρατία, δεν είναι ικανό να πραγματοποιήσει την οικονομική ανατροπή. Δεν είναι δυνατό να νικηθεί ο καπιταλισμός, αν δεν παρθούν οι τράπεζες, αν δεν καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, όμως αυτά τα επαναστατικά μέτρα δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν, αν δεν οργανωθεί απ’ όλο το λαό η δημοκρατική διεύθυνση των μέσων παραγωγής που έχουν παρθεί από την αστική τάξη, αν δεν τραβηχτεί όλη η μάζα των εργαζομένων, και των προλετάριων και των μισοπρολετάριων και των μικροαγροτών στη δημιουργική οργάνωση των γραμμών τους, των δυνάμεών τους, της συμμετοχής τους στο κράτος. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι τριπλή, μπορεί να πει κανείς, άρνηση της δημοκρατίας (α – κάθε πόλεμος αντικαθιστά τα «δικαιώματα» με τη βία.. β – ο ιμπεριαλισμός γενικά είναι άρνηση της δημοκρατίας.. γ – ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος εξομοιώνει ολότελα τις δημοκρατίες με τις μοναρχίες), ωστόσο το ξύπνημα και η ανάπτυξη της σοσιαλιστικής εξέγερσης ενάντια στον ιμπεριαλισμό συνδέονται αδιάρρηκτα με την ανάπτυξη της δημοκρατικής αντίστασης και αγανάκτησης. Ο σοσιαλισμός οδηγεί στην απονέκρωση κάθε κράτους, συνεπώς και κάθε δημοκρατίας, ωστόσο ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αλλιώς παρά μέσω της δικτατορίας του προλεταριάτου, που συνδυάζει τη βία ενάντια στην αστική τάξη, δηλαδή τη μειοψηφία του πληθυσμού, με την πλήρη ανάπτυξη της δημοκρατίας, δηλαδή με την πραγματικά ισότιμη και πραγματικά καθολική συμμετοχή όλης της μάζας του πληθυσμού σε όλες τις κρατικές υποθέσεις και σε όλα τα πολύπλοκα ζητήματα της εξάλειψης του καπιταλισμού.

Ε, λοιπόν, σ’ αυτές τις «αντιφάσεις» πελάγωσε ο Π. Κίεβσκι, ξεχνώντας τη διδασκαλία του μαρξισμού για τη δημοκρατία. Ο πόλεμος, για να εκφραστούμε μεταφορικά, έχει εξουθενώσει τόσο πολύ τη σκέψη του, που με το σύνθημα ζύμωσης «έξω από τον ιμπεριαλισμό!» έχει αντικαταστήσει κάθε στοχασμό, όπως με το σύνθημα «έξω από τις αποικίες!» αντικαθιστά την ανάλυση του τι κυρίως σημαίνει –οικονομικά και πολιτικά- η «αποχώρηση» των πολιτισμένων λαών «από τις αποικίες».

Η μαρξιστική λύση του ζητήματος της δημοκρατίας συνίσταται στη χρησιμοποίηση από το προλεταριάτο, που διεξάγει την ταξική του πάλη, όλων των δημοκρατικών θεσμών και επιδιώξεων ενάντια στην αστική τάξη με σκοπό την προετοιμασία της νίκης του προλεταριάτου κατά της αστικής τάξης, την ανατροπή της. Η χρησιμοποίηση αυτή δεν είναι εύκολη δουλειά, και στους «οικονομιστές», στους τολστοϊστές κλπ. συχνά φαίνεται τόσο αθέμιτη παραχώρηση σε καθετί το «αστικό» και οπορτουνιστικό όσο αθέμιτη παραχώρηση στο αστικό φαίνεται στον Π. Κίεβσκι η υπεράσπιση της αυτοδιάθεσης των εθνών «στην εποχή του χρηματιστικού κεφαλαίου». Ο μαρξισμός διδάσκει ότι «ο αγώνας ενάντια στον οπορτουνισμό» με τη μορφή της παραίτησης από τη χρησιμοποίηση των δημοκρατικών θεσμών της δοσμένης, καπιταλιστικής, κοινωνίας, που δημιουργήθηκαν από την αστική τάξη και από την αστική τάξη διαστρεβλώνονται, είναι ολοκληρωτική παράδοση στον οπορτουνισμό!

Το σύνθημα που υποδεικνύει και τη γρηγορότερη έξοδο από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη σύνδεση του αγώνα μας ενάντια σ’ αυτόν με τον αγώνα ενάντια στον οπορτουνισμό είναι ο εμφύλιος πόλεμος για το σοσιαλισμό. Μόνο αυτό το σύνθημα υπολογίζει σωστά και τις ιδιομορφίες της πολεμικής περιόδου –ο πόλεμος παρατείνεται και απειλεί να εξελιχθεί σε ολόκληρη «εποχή» πολέμου!- και όλο το χαρακτήρα της δράσης μας εναντίον του οπορτουνισμού με τον πασιφισμό του, με το λεγκαλισμό του, με την προσαρμογή στη «δική του» αστική τάξη. Αλλά εκτός απ’ αυτό, ο εμφύλιος πόλεμος ενάντια στην αστική τάξη είναι ένας πόλεμος των μαζών της φτωχολογιάς, που οργανώνεται και διεξάγεται δημοκρατικά ενάντια στη μειοψηφία των πλουσίων. Και ο εμφύλιος πόλεμος είναι επίσης πόλεμος.. συνεπώς κι αυτός δεν μπορεί παρά να βάλει αναπόφευκτα στη θέση του δικαιώματος τη βία. Η βία, όμως, στο όνομα των συμφερόντων και των δικαιωμάτων της πλειοψηφίας του πληθυσμού έχει άλλο χαρακτήρα: αυτή καταπατεί τα «δικαιώματα» των εκμεταλλευτών, της αστικής τάξης και είναι απραγματοποίητη χωρίς τη δημοκρατική οργάνωση του στρατού και των «μετόπισθεν». Ο εμφύλιος πόλεμος απαλλοτριώνει βίαια, διαμιάς και πριν απ’ όλα, τις τράπεζες, τις φάμπρικες, τους σιδηροδρόμους, τα μεγάλα αγροκτήματα κλπ. Για να απαλλοτριωθούν, όμως, όλα αυτά πρέπει να εισαχθεί και η εκλογή όλων των υπαλλήλων από το λαό και η εκλογή των αξιωματικών από το λαό και η πλήρης συγχώνευση του στρατού, που διεξάγει τον πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη, με τη μάζα του πληθυσμού, και η πλήρης δημοκρατία στο ζήτημα της διάθεσης των αποθεμάτων τροφίμων, της παραγωγής και διανομής τους κλπ. Σκοπός του εμφύλιου πολέμου είναι η κατάκτηση των τραπεζών, των φαμπρικών, των εργοστασίων κλπ., η εκμηδένιση κάθε δυνατότητας αντίστασης της αστικής τάξης, η εξόντωση του στρατού της. Ο σκοπός, όμως, αυτός είναι ανέφικτος και από καθαρά στρατιωτική και από οικονομική και από πολιτική πλευρά, χωρίς ταυτόχρονη εισαγωγή και διάδοση ανάμεσα στο στρατό μας και στα «μετόπισθεν» μας της δημοκρατίας που αναπτύσσεται στην πορεία ενός τέτοιου πολέμου. Εμείς λέμε σήμερα στις μάζες (και οι μάζες διαισθάνονται ενστικτωδώς το δίκιο μας, όταν τους λέμε): «σας εξαπατούν, οδηγώντας σας στον πόλεμο για το χατίρι του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού που τον καλύπτουν με τα μεγάλα συνθήματα της δημοκρατίας». «Πρέπει να διεξάγετε και θα διεξάγετε πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη αληθινά δημοκρατικά και για την αληθινή πραγματοποίηση της δημοκρατίας και για την αληθινή πραγματοποίηση της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού». Ο σημερινός πόλεμος συνενώνει και «συγχωνεύει» τους λαούς σε συνασπισμούς μέσω της βίας και της οικονομικής εξάρτησης. Εμείς στον εμφύλιό μας πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη θα ενώσουμε και θα συγχωνεύουμε τους λαούς, όχι με τη δύναμη του ρουβλίου, όχι με τη δύναμη του ρόπαλου, όχι με τη βία, αλλά με την προαιρετική συγκατάθεση, με την αλληλεγγύη των εργαζομένων ενάντια στους εκμεταλλευτές. Η διακήρυξη της ισότητας δικαιωμάτων όλων των εθνών έχει μετατραπεί στα χέρα της αστικής τάξης σε απάτη, η διακήρυξη αυτή, για μας, θα γίνει η αλήθεια που θα διευκολύνει και θα επιταχύνει το τράβηγμα όλων των εθνών με το μέρος μας. Χωρίς έμπρακτη δημοκρατική οργάνωση των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη –και, συνεπώς, και χωρίς ελευθερία κρατικού αποχωρισμού- ο εμφύλιος πόλεμος των εργατών και των εργαζόμενων μαζών όλων των εθνών ενάντια στην αστική τάξη είναι αδύνατος.

Μέσω της χρησιμοποίησης του αστικού δημοκρατισμού – προς τη σοσιαλιστική και συνεπή δημοκρατική οργάνωση του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη και ενάντια στον οπορτουνισμό. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Κάθε άλλη «διέξοδος» δεν είναι διέξοδος. Ο μαρξισμός δεν ξέρει άλλη διέξοδο, όπως δεν ξέρει και η πραγματική ζωή. Πρέπει να συμπεριλάβουμε στον ίδιο δρόμο τον ελεύθερο αποχωρισμό και την ελεύθερη συνένωση των εθνών, και να μην προσπαθούμε να τα ξεφορτωθούμε, να μη φοβόμαστε ότι αυτό το πράγμα «θα λερώσει» τα «καθαρώς» οικονομικά καθήκοντα.

Γράφτηκε τον Αύγουστο – Σεπτέμβρη του 1916. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1929 στο περιοδικό Προλετάρσκαγια Ρεβολιούτσιγια, τεύχ. 7. Άπαντα, τόμος 30ός, σελ. 68-74

Πηγή : Διέξοδος via Praxis

Read more »