Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Μπροστά στην νέα φάση των ταξικών αγώνων: Το κοινωνικό πλαίσιο


Πηγή : Praxis



Στο πλαίσια των κρίσιμων εξελίξεων των τελευταίων ημερών δημοσιέυουμε κείμενο για την κρίση, τα πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα, τις εκλογές και τις προοπτικές του πολιτικού συστήματος και την απάντηση του εργατικού κινήματος. Το κείμενο θα αποτελείται απο τα εξής μέρη 1) Εισαγωγή 2) Το πλαίσιο των ταξικών ανταγωνισμών 3) Τα πολιτικά κόμματα, οι εκλογές και η επόμενη μέρα 4) Σκέψεις για την απάντηση του εργατικού κινήματος. Σήμερα δημοσιέυονται τα δύο πρώτα μέρη θα ακολουθήσουν τα υπόλοιπα τις επόμενες μέρες (η δημοσίευση θα ολοκληρωθεί μέσα στην εβδομάδα)


Η συντακτική επιτροπή.











Εισαγωγή



Τις πρώτες πρωινές ώρες στις 7 Μαΐου οι εργαζόμενοι έβλεπαν στα περίπτερα τίτλους με μεγάλα γράμματα που έδειχναν ότι κάτι μεγάλο είχε συμβεί. «Εκλογές της μεγάλης οργής», «Νέα Μεταπολίτευση», «Ανατροπή του πολιτικού σκηνικού», «Ήττα της λιτότητας». Το εκλογικό αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με τη νίκη του Ολάντ στη Γαλλία έγινε πρώτο θέμα και εκτός συνόρων. Βέβαια όλα αυτά συνοδεύονταν με τον τρόμο και τον φόβο της «ακυβερνησίας» εξαιτίας της κατανομής των ποσοστών (1). Η διαδικασία των διερευνητικών εντολών που ακολούθησε έδωσε σάρκα και οστά σε αυτό το νέο σκηνικό καθώς καθημερινά τα πολιτικά κόμματα διατύπωναν θέσεις και ερμηνείες των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών.

Για πολλούς βρισκόμαστε για πρώτη φορά κοντά στην ανατροπή των μνημονίων που τσάκισαν τα φτωχά στρώματα τα τελευταία χρόνια. Για άλλους βρισκόμαστε κοντά στο απόλυτο χάος και την καταστροφή της εξόδου από την «Ευρωπαϊκή προοπτική». Τα συμπεράσματα των εκλογών γίνονται κρίσιμα για να δούμε που βρισκόμαστε, για να προσεγγίσουμε μια ερμηνεία και μια εκτίμηση για ότι έρχεται.

Πολλές αντιλήψεις αντιμετωπίζουν τα αποτελέσματα των εκλογών σαν το μαγικό κλειδί που ανοίγει τις πόρτες για τις ερμηνείες όλων των κοινωνικών φαινομένων όχι μόνο του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος. Το ζήτημα βέβαια δεν είναι άσχετο με την ανυπαρξία σήμερα ενός διαφορετικού «μοντέλου» πολιτικής από αυτό της αστικής οργάνωσης της κοινωνίας. Ανυπαρξία που έχει τη βάση της σε ευρύτερα ζητήματα ταξικής θεωρίας και πολιτικής και στην γενικότερη κατάσταση που υπάρχει σήμερα στο εργατικό κίνημα. Ο αστικός ορίζοντας παραμένει, ακόμα και σήμερα που ο Καπιταλισμός βρίσκεται στην χειρότερη κρίση του από τον τελευταίο πόλεμο και μετά, το τελικό όριο της πολιτικής (στην θεωρία όπως πάντα τα πράγματα είναι διαφορετικά).

Όλες οι εκλογές-και αυτές της 6ης Μαΐου- είναι μια στιγμή, μια «φωτογραφία» της ταξικής πάλης και της κοινωνικής πραγματικότητας. Αποτυπώνουν δηλαδή σε μια χρονική συγκυρία αυτήν την πραγματικότητα και μάλιστα από μια συγκεκριμένη πλευρά: των εκλογικών ποσοστών, των αριθμών ψήφων κλπ. Αυτός είναι και ό λόγος που η Μαρξιστική κριτική, ήδη από την εποχή του Μαρξ και του Ένγκελς (όταν δηλαδή ο αστικός κοινοβουλευτισμός βρισκόταν σε πρωτόλεια μορφή) τις περιέγραφαν σαν «δείκτη ωριμότητας» της εργατικής τάξης (2).

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν επηρεάζουν τα κοινωνικά και πολιτικά ρεύματα. Δεν τα δημιουργούν όμως, ούτε οι κοινωνικοί συσχετισμοί μεταξύ των βασικών ανταγωνιστριών τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας (εργαζόμενοι/κεφαλαιοκράτες) διαμορφώνονται με βάση αυτά τα ποσοστά. Τα εκλογικά ποσοστά αποτυπώνουν μόνο έναν δεδομένο «κοινοβουλευτικό» συσχετισμό τόσο ανάμεσα σε διαφορετικά αστικά κόμματα αλλά και συνολικά ανάμεσα στα αστικά και εργατικά κόμματα, εργατικά όχι με την έννοια της απατηλής ταμπέλας της «αριστεράς» αλλά με την έννοια της έκφρασης των συμφερόντων της τάξης. Τα κοινοβουλευτικά ποσοστά δεν ανάγονται στους πραγματικούς κοινωνικούς συσχετισμούς. Εδώ ίσως το παράδειγμα του εργατικού κινήματος είναι από τα πιο χαρακτηριστικά. Σήμερα στην Ελλάδα αν κάποιος δηλώσει «αντιμνημονιακός» σε ένα χώρο δουλειάς το πιο πιθανό είναι ότι θα αντιμετωπίσει από ανοχή μέχρι και συμπάθεια. Αν όμως διεκδικήσει αυξήσεις, ανθρώπινα μεροκάματα , επικαλεστεί την συλλογική σύμβαση η κάνει απεργιακή δουλειά το πιο πιθανό είναι ότι θα του δείξουν τον δρόμο προς την ανεργία.

Η αστική και σοσιαλδημοκρατική αυταπάτη (σε όλες τις εκδοχές) ότι η ψήφος αλλάζει τους πραγματικούς ταξικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δεν έχει σχέση με την πλούσια ιστορική εμπειρία του Καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ούτε όμως με μια επιστημονική αντίληψη του «πολιτικού» στοιχείου. Αυτή η αυταπάτη προϋποθέτει τις αντιλήψεις του Κράτους ως βασικά ουδέτερου η διαχειρίσιμου μηχανισμού από την εκάστοτε κυβέρνηση και άρα από την «κατάληψη» του από τις ψήφους και από τις εκλογές, αντίληψη που οι αντιφάσεις της και ο ταξικός της χαρακτήρας έχουν επανειλημμένα αποδειχθεί από την Μαρξιστική κριτική (3). Για αυτό και τα επαναστατικά Μαρξιστικά και Κομμουνιστικά ρεύματα πάντα υποστήριζαν την συμμετοχή στις εκλογές και τα αστικά κοινοβούλια μόνο σαν ένα άλλο ένα χρήσιμο βήμα για την προώθηση των επαναστατικών ιδεών και την αποκάλυψη του ρόλου της αστικής πολιτικής και των φορέων της (4).

Σήμερα που η εργατική πολιτική και οργάνωση δεν υφίσταται η είναι εξαιρετικά αδύναμη ως αυτοτελής πολιτική συγκρότηση, ένα σκοτάδι απλώνεται γύρω από τον ρόλο, τον χαρακτήρα, τα όρια των κοινοβουλευτικών θεσμών και την πραγματική σημασία τις παρέμβασης σε αυτούς. Από την μία πλευρά η αστική πολιτική και από την άλλη όλες οι παραλλαγές της σοσιαλδημοκρατίας (συχνά με επαναστατική φρασεολογία) κάνουν ότι μπορούν για να δημιουργήσουν σύγχυση στο εργατικό κίνημα. Στην κρίσιμη καμπή που βρισκόμαστε αναβαθμίζεται λοιπόν η σημασία των συμπερασμάτων για τις εκλογές, η αξιοποίηση αυτής της «φωτογραφίας» για να ειδωθούν τα πράγματα πιο καθαρά.





Το κοινωνικό πλαίσιο και η ταξική πάλη.





Οι εκλογές αυτές ήταν οι πρώτες τέτοιου χαρακτήρα από το 2009. Οι πρώτες που γίνονται μετά την έκρηξη της κρίσης στην Ελλάδα και τον κανιβαλισμό των εργατικών δικαιωμάτων από την εγχώρια αστική τάξη και τους υπερεθνικούς κεφαλαιοκρατικούς μηχανισμούς. Οι πρώτες που διεξάγονται στο νέο πεδίο της έρημης χώρας που αφήνει πίσω της η πολιτική γύρω από την οποία στρατεύτηκε σύσσωμη όλη η αστική τάξη και τα πολιτικά της κόμματα, οι οργανώσεις της, οι οργανικοί της διανοούμενοι κλπ.

Το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκαν οι εκλογές (και ότι ακολούθησε και ακολουθεί) είναι απολύτως απαραίτητο όχι μόνο για να ερμηνεύσουμε τα αποτελέσματα αλλά για να προσπαθήσουμε να δούμε τα βασικά στοιχεία που προσδιορίζουν όλη την περίοδο που διανύουμε και άρα και τις μετεκλογικές εξελίξεις. Δεν μας ενδιαφέρει εδώ κάποια στενή εκλογική αποτίμηση. Το σημαντικό είναι η σχέση των εκλογικών αποτελεσμάτων με τις κοινωνικές συνθήκες και τα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα, την θέση και τις προοπτικές τους στον ταξικό αγώνα. Η εκτίμηση αυτών των συνθηκών (ακόμα και εκεί που δεν δηλώνεται ρητά) είναι και η βάση της όποιας προσέγγισης για τις πολιτικές εξελίξεις.

Οι κυριότερες πλευρές μιας τέτοιας εκτίμησης είναι, κατά την γνώμη μας, οι εξής: Ο χαρακτήρας και τα αίτια της αντεργατικής επίθεσης στην Ελλάδα σήμερα και η δυνατότητα η μη εναλλακτικών επιλογών, η πολιτική τακτική  της αστικής τάξης, τα χαρακτηριστικά της ηγεμονικής δύναμης που την αντιπολιτεύεται, δηλαδή του «αντιμνημονιακού» ρεύματος και η κατάσταση της εργατικής τάξης σαν κοινωνικό υποκείμενο αγώνων και πολιτικής. Σε αυτές τις πλευρές θα σταθούμε και εδώ, ξεχωριστά στην κάθε μία. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι οι μοναδικές ούτε ότι η συζήτηση για αυτές «λύνει» κάθε ερώτημα. Είναι όμως σημαντικές αφετηρίες για οποιαδήποτε προσπάθεια ερμηνείας και εδώ βρίσκεται και η σημασία τους.



Α) Σε ότι αφορά τα αίτια και τον χαρακτήρα της κρίσης, η «εσωτερική υποτίμηση» (5) και τα μνημόνια και οι πολιτικές που την ακολούθησαν δεν ήταν απλά θέμα διαχείρισης, «νεοφιλελεύθερης», «προδοτικής» κλπ. Ήταν προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η κρίση με μια φυγή προς τα μπρός για την ελληνική αστική τάξη και συνολικά την Ε.Ε. Τα μνημόνια δεν έχουν σαν βασικό στόχο τους το δημόσιο χρέος (το όποιο αν δούμε πραγματικά τα νούμερα, το διογκώνουν (6)) αλλά την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων του Ελληνικού Καπιταλισμού. Τα προβλήματα αυτά δεν έχουν σχέση με την διαφθορά, τον «κρατισμό», την έλλειψη σχεδίου και άλλα πολλά που υποστηρίζουν οι κυρίαρχες ιδεολογίες. Αφορούν την ίδια την παραγωγική δομή (και όχι απλά την αναδιανομή) και την ανάγκη αυτή να «αναδιαρθρωθεί» με καύσιμη ύλη τους εργαζόμενους. Κινητήρια δύναμη αυτής της αναδιάρθρωσης είναι η ίδια η Ε.Ε. Σε μια οικονομική ένωση όπως η Ε.Ε είναι δεδομένο, λόγω του νόμου της «ανισόμετρης ανάπτυξης» (7), ότι οι «πλούσιες» χώρες που ιστορικά έχουν αναπτύξει υψηλή παραγωγικότητα και τεχνολογία είναι αυτές που θα ωφεληθούν (δηλαδή οι αστικές τάξεις στο εσωτερικό τους).

Ο Ελληνικός Καπιταλισμός λόγω ιστορικών δομικών του χαρακτηριστικών και κυρίως μέσα από την ένταξη στην Ε.Ε δεν διαθέτει την παραγωγική δυνατότητα στην οποία (όπως π.χ η Γερμανία) θα μπορούσε να στηριχτεί για την υπέρβαση της κρίσης.

Πρόκειται για έναν Καπιταλισμό με ανταγωνιστικό έλλειμμα και αρνητική καθαρή αποταμίευση (8) τα τελευταία δέκα χρόνια πράγμα που καθιστά τον εξωτερικό δανεισμό όχι προϊόν «διαφθοράς» και «προδοσίας» η επιλογή «συνταγής» αλλά αναγκαία συνέπεια αυτής της Καπιταλιστικής οικονομικής δομής. Έναν Καπιταλισμό που καθώς δεν έχει, ακριβώς λόγω του οικονομικού μοντέλου και της θέσης τουστο διεθνές πλέγμα του κεφαλαίου, δυνατότητα μιας άλλης παραγωγικής δομής, έχει μονόδρομο την μείωση των μισθών και    την ισοπέδωση των εργατικών δικαιωμάτων (ξήλωμα κρατικών παροχών/ιδιωτικοποιήσεις/φοροεπιδρομή κλπ).

Οι αστοί και σοσιαλδημοκράτες αναλυτές και οικονομολόγοι προσπαθώντας να ξορκίσουν την κοινωνική επανάσταση και να εξωραΐσουν το σύστημα τάζουν «ανάπτυξη», «αναδιανομή» και πολλά άλλα «μοντέλα» που φτάνουν και μέχρι τους αλχημιστές της διανομής του ΑΕΠ, των χρημάτων που βρίσκονται….στην Ελβετία, των…..κερδών των Ολυμπιακών αγώνων (που έγιναν πριν από….οκτώ χρόνια) και άλλων παρόμοιων ισχυρισμών (9).

Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Μια μελέτη για το ασφαλιστικό, που έγινε πριν μερικά χρόνια, από την ερευνητική ομάδα του Θ. Μαριόλη,(10) οδήγησε σε ένα απίστευτο αποτέλεσμα. Χρησιμοποιώντας στοιχεία του 1997-98, προ ευρώ δηλαδή, βρέθηκε ότι ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα, μπορεί να συντηρήσει ως μάξιμουμ θεωρητική δυνατότητα, με τον ίδιο μέσο μισθό, δύο μη εργαζόμενους. Όταν ο ελληνικός μέσος μισθός θεωρήθηκε ως ισπανικός, τότε ένας εργαζόμενος στην Ισπανία μπορούσε να συντηρήσει 8. Όταν ο ελληνικός μισθός θεωρήθηκε μέσος γερμανικός μισθός, τότε ένας εργαζόμενος μπορούσε να συντηρήσει 20.

Δηλαδή, η μάξιμουμ θεωρητική δυνατότητα παράγωγής πλεονάσματος ανά εργαζόμενο, ανάμεσα στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Γερμανία, όταν πάρουμε σαν βάση τον ελληνικό μέσο μισθό, βρέθηκε 1:4:10. Αντίθετα καμία οικονομία, ούτε η ελληνική, ούτε η ισπανική, δεν μπορεί να αντέξει τον γερμανικό μέσο μισθό, μια που τα κέρδη, π.x., γίνονται αρνητικά. Παρά την ύπαρξη προϋποθέσεων στην μελέτη, που αλλοιώνει σχετικά το αποτέλεσμα, μπορούμε να δούμε  γιατί οποιαδήποτε απόπειρα γενικότερης «αναδιανομής» μέσα στον σημερινό  Ελληνικό Καπιταλισμό είναι σοσιαλδημοκρατικό και «αντικαπιταλιστικό» παραμύθι .

Τα παραπάνω γίνονται ακόμα πιο δεδομένα αν σκεφτεί κανείς την σημερινή εποχή της κρίσης, την προσπάθεια που γίνεται-με την ηγεμονία του Γερμανικού Καπιταλισμού- σε όλη την Ευρώπη, με μνημόνιο η χωρίς μνημόνιο, με ευρώ η με εθνικό νόμισμα (11). Αν διαβάσει κανείς έστω και λίγο τις βασικές συνθήκες της Ε.Ε θα δει ότι τα «μνημόνια» δεν είναι τίποτα άλλο από την συνεπή εφαρμογή των τεσσάρων ελευθεριών του Maastricht. Αυτό βέβαια είναι λογικό να διαστρεβλώνεται σήμερα αφού όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα στην Ελλάδα-πλην ΚΚΕ- έχουν πουλήσει τους εργαζόμενους από το 1992 όταν υπέγραψαν και με τα δύο χέρια αυτήν την συνθήκη (12).

Το πρώτο σημαντικό στοιχείο λοιπόν είναι ακριβώς τα όρια των κοινωνικών και πολιτικών προτάσεων, την πραγματικότητα μέσα στην οποία υποχρεωτικά θα κινηθούν οι εξελίξεις, ανεξάρτητα από τις διακηρύξεις των αστών και σοσιαλδημοκρατών πολιτικών. Και αυτό αφορά βέβαια την επερχόμενη έλευση του «σοσιαλισμού» με την ανάδειξη των σοσιαλδημοκρατών του ΣΥΡΙΖΑ σε βασική πολιτική συνιστώσα του αστικού πολιτικού παιχνιδιού. Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα ακόμα και δυνάμεις που είχαν την ηγεσία σε τέτοια σοσιαλδημοκρατικά εγχειρήματα, όπως ο Α.Αλαβάνος διατυπώνουν με σαφή τρόπο ότι «άλλη» πολιτική εντός του υπάρχοντος διεθνούς και εθνικού οικονομικού πλαισίου δεν μπορεί να υπάρξει (13).



Β) Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια ζήσαμε μια πραγματική εξέγερση της αστικής τάξης η όποια κήρυξε έναν χωρίς προηγούμενο κοινωνικό πόλεμο απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας. Σε αυτόν τον γύρο αναμέτρησης η νίκη της ήταν συντριπτική. Έπεσε δραματικά η τιμή της εργατικής δύναμης τόσο στην «αγορά εργασίας» όσο και στον «κοινωνικό μισθό» των υπηρεσιών υγείας, παιδείας κλπ. Ανατράπηκε ακόμα και η δυνατότητα διαπραγμάτευσης των εργαζομένων με την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων. Δημιουργήθηκε ένας εφεδρικός στρατός ενός εκατομμυρίου ανέργων που κάτω από την ανάγκη της επιβίωσης είναι πρόθυμος να εργαστεί με πολύ μικρότερους μισθούς και δικαιώματα από ότι πριν. Διαλύθηκαν τα ασφαλιστικά ταμεία και κλάπηκαν τα αποθεματικά τους, τα λεφτά των εργαζομένων. Ενισχυτικά σε όλα αυτά ψηφίστηκαν εκατοντάδες νόμοι που μέσα από την φοροληστεία, τις ιδιωτικοποιήσεις ολοκλήρωσαν αυτήν την εικόνα. (14)

Όλα αυτά όμως δεν έγιναν ούτε χωρίς σκληρούς ταξικούς αγώνες, ούτε χωρίς κόστος. Η ταξική νίκη της αστικής τάξης στην Ελλάδα είχε σαν συνέπεια την αποσάθρωση οποιασδήποτε κοινωνικής βάσης και συναίνεσης είχε το αστικό πολιτικό σύστημα ακόμα και για τους παραδοσιακούς συμμάχους (π.χ. μικροαστικά στρώματα που διαπλέκονταν με το καπιταλιστικό κράτος). Η μορφή και λειτουργία του κράτους πήρε αναγκαστικά την μορφή «κράτους έκτακτης ανάγκης» με κοινοβουλευτική πρόσοψη (15) που αναμετρήθηκε με επιτυχία απέναντι στο εργατικό κίνημα και γενικότερα τις λαϊκές αντιδράσεις.

Η ακαριαία εξαθλίωση της εργατικής τάξης (που ήδη πριν την κρίση είχε υποστεί δεκαετίες λιτότητας) και ο «θάνατος του εμποράκου» οδήγησαν ήδη από το 2010, σε πρωτόγνωρες κινητοποιήσεις. Στην πρώτη φάση οι κινητοποιήσεις πήραν την μορφή των διεκδικήσεων από την πλευρά της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ που αποφάσιζαν επαναλαμβανόμενες 24ώρες απεργίες δηλαδή μια πιο μαχητική εκδοχή της λογικής της «διαπραγμάτευσης». Αυτή η γραμμή πάλης χρεωκόπησε οριστικά το καλοκαίρι του 2010 όταν η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, αφού εξάντλησε το εργατικό κίνημα οδηγώντας το σε επαναλαμβανόμενες 24ωρες απεργίες, το ξεπούλησε πανηγυρίζοντας για την «διάσωση» των συλλογικών συμβάσεων που κατάφερε σε συνεργασία με την τότε ηγεσία του υπουργείου εργασίας η οποία αναβαπτίστηκε πρόσφατα μέσα από την ένταξη της στο ευρύτερο «σοσιαλιστικό» μέτωπο του ΣΥΡΙΖΑ. Οι συλλογικές συμβάσεις, όπως είχε προαποφασιστεί, καταργήθηκαν λίγους μήνες μετά.

Καθώς η λαίλαπα των μέτρων συνεχιζόταν, ήταν θέμα χρόνου, να εμφανιστούν στον δρόμο και τα άλλα κοινωνικά στρώματα που χτυπιούνταν από την κρίση. Οι πλατείες και στην συνέχεια οι παρελάσεις σήμαναν την εισβολή στο προσκήνιο και των μικροαστικών τάξεων που αν και δεν ήταν οι μόνες που συμμετείχαν σε αυτές τις κινητοποιήσεις είχαν την ηγεμονία στο πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα. Η αστική τάξη στην Ελλάδα αντιμετωπίζοντας την απομόνωση αλλά και τον μονόδρομο της πολιτικής της «εσωτερικής υποτίμησης» δεν είχε άλλη επιλογή από την αναβάθμιση του ρόλου της βίας σε σχέση με την συναίνεση και από την άλλη την προσπάθεια να μεταφερθούν όλες οι αντιπαραθέσεις στο κοινοβούλιο, εκεί που μπορούσαν να γίνουν οι απαραίτητοι χειρισμοί.

Έτσι σε κάθε κρίσιμη στιγμή πάνω στην ήττα και τα αδιέξοδα των αντιδράσεων το αστικό πολιτικό σύστημα απαντούσε ανοίγοντας κύκλους «αναδιατάξεων» για να μπορέσει να προχωρήσει, καίγοντας σταδιακά το μέχρι τότε πολιτικό του προσωπικό. Την ήττα των «πλατειών» το καλοκαίρι του 2011 (που πήραν πραγματικά αγωνιστικά χαρακτηριστικά με την είσοδο της εργατικής τάξης και την 48 απεργία) ακολούθησε το σήριαλ της «πτώσης» Παπανδρέου. Τις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου ακολούθησε η νέα πτώση Παπανδρέου, το κάψιμο της ΝΔ ως αντιπολιτευτικού κόμματος με την είσοδο της στην κυβέρνηση και ο διορισμός του Λουκά «Goldman Sachs» Παπαδήμου. Όταν πια και αυτές οι επιλογές είχαν εξαντληθεί το αστικό πολιτικό προσωπικό προχώρησε στις μαζικές διαγραφές βουλευτών του ώστε να περάσει και τα τελευταία μέτρα στις 12 Φλεβάρη.

Μετά την ψήφιση των μέτρων τον Φλεβάρη είχε γίνει πια φανερό σε όλους ότι τα περιθώρια του «μνημονιακού» πολιτικού μπλοκ είχαν εξαντληθεί. Οποιαδήποτε νέα απόπειρα ήταν πιθανό να οδηγούσε σε κατάρρευση της κυβέρνησης σε μια βουλή περικυκλωμένη από απεργούς και διαδηλωτές, κάτι που θα χρέωνε στον λαϊκό παράγοντα μια νίκη που δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα και θα δημιουργούσε πολύ άσχημη παρακαταθήκη για το μετά. Η αστική τάξη-που παρά τους διάφορους ισχυρισμούς έχει μεγάλη ιστορική εμπειρία και υψηλή ταξική συνείδηση- επέλεξε να έχει η ίδια την πρωτοβουλία των κινήσεων σε αυτήν την κρίσιμη καμπή. Εδώ υπήρχαν μόνο δύο επιλογές: η ανοιχτή κήρυξη δικτατορίας (με μια νέα κυβέρνηση «εθνικής» ανάγκης που θα ανέστειλε και τυπικές διαδικασίες του αστικού κοινοβουλίου) και η αναζήτηση μιας νέας φόρμας «νομιμοποίησης» μέσω των εκλογών. Επιλέχθηκε το δεύτερο σαν η καλύτερη λύση έτσι ώστε να κρατηθεί και το πρώτο σαν την επόμενη επιλογή. Πολύ περισσότερο που η νικηφόρα για την αστική τάξη έκβαση του πρώτου γύρου των ταξικών αναμετρήσεων δημιουργεί την πεποίθηση ότι δεν απειλείται άμεσα από κάποιο επαναστατικό ρεύμα παρά τον φόβο και την αβεβαιότητα για το τι θα ακολουθήσει.

Τα ιδεολογικά ρεύματα που κυριάρχησαν όλο αυτό το διάστημα ήταν έκφραση-προφανώς με τον δικό τους ιδιαίτερο και αυτοτελή τρόπο- αυτών των ταξικών ανταγωνισμών. Η κυρίαρχη αστική ιδεολογία κάτω από το βάρος της απροκάλυπτης επίθεσης στα φτωχά στρώματα ανέπτυξε παραπέρα την λογική του «μονόδρομου», του «αναγκαίου κακού» με τις πλάτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του διεθνισμού του κεφαλαίου, τρομοκρατώντας συνεχώς για την «κόλαση» οποιασδήποτε διαφορετικής επιλογής. Η ΝΔ μετά την σύντομη «αντιμνημονιακή» περίοδο εντάχθηκε και ενίσχυσε παραπέρα αυτό το ρεύμα.

Υποχρεωμένη να απαντήσει και να δικαιολογήσει την κοινωνική καταστροφή που προκαλούσαν οι αντιμνημονιακές πολιτικές, η αστική ιδεολογία πήρε αντικειμενικά «επιθετικό» (και όχι αμυντικό όπως υποστήριζαν μια περίοδο οι θιασώτες της επερχόμενης εξόδου με ελικόπτερο του Παπανδρέου) χαρακτήρα. Ήταν η μόνη δυνατή αστική στρατηγική, η «Ευρωπαϊκή προοπτική», δηλαδή η διάσωση του Ελληνικού Καπιταλισμού και η ένταξη του στο Ευρωπαϊκό σφαγείο των εργατικών δικαιωμάτων που δικαιολογούσε αυτήν την πολιτική, που έγινε η «κόκκινη γραμμή» και το όριο μέσα στο οποίο μπορούσαν να αναπτυχθούν αυτές οι αντιπαραθέσεις. Και ήταν ο τοίχος πάνω στο οποίο έπεφταν συνέχεια σχεδόν όλα τα αντιπολιτευόμενα ρεύματα χωρίς να μπορούν να δώσουν απάντηση.

Στην Ελλάδα από την αρχή της κρίσης αναπτύχθηκε ένα μαζικό «αντιμνημονιακό» ρεύμα το οποίο στο εσωτερικό του περιλάμβανε δεκάδες –τουλάχιστον-αποχρώσειςς και παραλλαγές. Στην κυρίαρχες εκδοχές του -αριστερές και δεξιές- το ρεύμα αυτό απέρριψε τα «μνημόνια» ως «συνταγές» και «πολιτικές» και όχι ως αυτό που πραγματικά είναι, ως την δομή και τον πυρήνα του Ελληνικού Καπιταλισμού. Πρόβαλλε μια διαφορετική πολιτική «ανάπτυξης» εντός του Καπιταλισμού και της Ε.Ε μέσα από οικονομικές και πολιτικές προτάσεις που είχαν στο επίκεντρο ζητήματα που βρισκόντουσαν πολύ μακριά από τα πραγματικά αίτια της κρίσης, όπως το δημόσιο χρέος, η διαφθορά κλπ.

Κοντολογίς το ρεύμα αυτό προσπάθησε και προσπαθεί να διαμορφώσει «από τα κάτω» μια εναλλακτική αστική στρατηγική (ακόμα και σαν «βήμα» για ευρύτερες αλλαγές) που η ίδια η αστική τάξη έχει εγκαταλείψει εδώ και πολλά χρόνια. Η «ανικανότητα», η «έλλειψη διαπραγμάτευσης», η «υποτέλεια» και πολλοί άλλοι παρόμοιοι χαρακτηρισμοί είναι λοιπόν απολύτως αναγκαίοι εδώ (και όχι «λάθη») γιατί αιτιολογούν ακριβώς το γιατί η αστική τάξη-αφού έχει την δυνατότητα- δεν προχώρησε σε τέτοιες επιλογές. Η αντίληψη μιας «άλλης» Καπιταλιστικής ανάπτυξης στην σημερινή Ελλάδα της κρίσης έχει λίγη σχέση με την πραγματικότητα έχει όμως πολύ μεγάλη με τα ταξικά συμφέροντα μικροαστικών στρωμάτων που λόγω της θέσης τους στην παραγωγή είναι απόλυτα εξοικειωμένοι με την «αφήγηση» ενός Καπιταλισμού που θα τους «προστατέψει» από την κρίση και της συνέπειες της.

Έτσι η «αντιμνημονιακή» ιδεολογία έγινε το πεδίο διεκδίκησης και έκφρασης αυτών των στρωμάτων από την αριστερά και την δεξιά καθώς τα στρώματα αυτά εγκατέλειπαν απογοητευμένα και οργισμένα το πολιτικό προσωπικό που μέχρι τώρα στήριζαν. Ταυτόχρονα έγινε ο δρόμος ένταξης τους στην κυρίαρχη πολιτική, αποτρέποντας άλλες λύσεις που θα μπορούσαν να κινηθούν σε διαφορετική κατεύθυνση. Ένταξη όχι μόνο δική τους αφού η «αντιμνημονιακή» ιδεολογία, σαν βασική εκδοχή της κοινωνικής αντιπολίτευσης στην κυρίαρχη πολιτική, ήταν και είναι (και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία) μοχλός ενσωμάτωσης του μόνου δυνητικά επικίνδυνου κοινωνικού παράγοντα, της εργατικής τάξης. Εδώ θα πρέπει να συνυπολογίσουμε όχι μόνο των εθνικό αλλά και διεθνικό παράγοντα, την πλευρά δηλαδή της μετατροπής των ταξικών ανταγωνισμών στην Ελλάδα σε διαπραγματευτικό χαρτί στα παζάρια μέσα στην Ε.Ε ώστε η ελληνική αστική τάξη να διεκδικήσει καλύτερους όρους στους ανταγωνισμούς της με τις άλλες τάξεις τις Ευρώπης και κυρίως με τους παραδοσιακούς ανταγωνιστές (Τουρκία) στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το ρεύμα αυτό, παρά το γεγονός ότι δημιουργήθηκε μέσα στην κρίση, συνδέθηκε με προϋπάρχουσες θεωρητικές και ιδεολογικές προσεγγίσεις που για χρόνια κυριαρχούσαν σε κοινωνικά και πολιτικά τμήματα στην Ελλάδα. Πάτησε πάνω σε αυτές τις βάσεις και τις μετασχημάτισε μέσα στις νέες συνθήκες. Ο αριστερός «Ευρωπαϊσμός», ο αταξικός εθνικισμός, ο μικροαστικός αριστερισμός ήταν κυρίαρχη ιδεολογική και κοινωνική συγκρότηση ιδεολογικών και πολιτικών χώρων για δεκαετίες. Έτσι οι χώροι αυτοί, με το ξέσπασμα της κρίσης, κινήθηκαν σχεδόν αυθόρμητα προς τις παραπάνω κατευθύνσεις.

Λόγω της ταξικής τους κατεύθυνσης όλα αυτά τα ρεύματα ενισχύθηκαν και αναπαράχθηκαν μέσα από όλα τα κανάλια πληροφόρησης, από τον αστικό τύπο και τα ΜΜΕ γενικότερα, μέχρι τα «εναλλακτικά» μέσα όπως το διαδίκτυο. Πλαισιώθηκαν γρήγορα από το σύνολο της αριστερής (και όχι μόνο) διανόησης που έδωσε το απαραίτητο κύρος και υλικό. Σχηματίστηκαν πολλές κινήσεις και πρωτοβουλίες. Γράφτηκαν δεκάδες βιβλία και εκατοντάδες-μπορεί και χιλιάδες-άρθρα που υποστήριζαν τις διαφορετικές παραλλαγές αυτών των ρευμάτων. Μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι όπως οι εκδόσεις Λιβάνη Α.Ε (16) ανέλαβαν να προβάλλουν αυτά τα έργα τα οποία εύκολα διακινούνταν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και προβάλλονταν συνεχώς μέσα από τα αριστερά (και όχι μόνο) μέσα.

Σε όλα αυτά η Μαρξιστική και γενικότερα η ριζοσπαστική κριτική δεν είχε να αντιπαρατάξει και πολλά πράγματα με εξαιρέσεις ορισμένους αρθογράφους (όπως ο Μ.Παπαδόπουλος στον Ριζοσπάστη) και ορισμένες αναλύσεις σε χώρους πέρα από το Κομμουνιστικό Κόμμα όπως για παράδειγμα η δουλειά του Θ.Μαριόλη, η εργασία του Γ.Οικονομάκη για τον Ελληνικό Καπιταλισμό, η ανάλυση του Τ.Φωτόπουλου για την κρίση και την έξοδο από την Ε.Ε κλπ (17). Στο διαδίκτυο υπήρξαν και υπάρχουν ελάχιστες τέτοιες προσεγγίσεις πέρα από το ιστολόγιο Lenin Reloaded και ορισμένες άλλες προσπάθειες (όπως το ιστολόγιο Παραναγνώστης). Ο γενικότερος συσχετισμός καθόρισε την διάταξη των δυνάμεων και στον χώρο της θεωρίας . Ωστόσο και εκεί τα πράγματα δεν είναι στατικά. Πριν από ένα χρόνο τα παραπάνω ιστολόγια δεν υπήρχαν καν και δεν είναι τυχαίο ότι δημιουργήθηκαν είτε ταυτόχρονα, είτε λίγο πριν το πέρασμα σε μια φάση της κρίσης που το ταξικό διακύβευμα γινόταν πιο έντονο, περίοδος που συνέπεσε με την ξέσπασμα εργατικών αγώνων σε εργοστάσια και χώρους δουλειάς.

Όμως παρά την ιδεολογική του ηγεμονία, το «αντιμνημονιακό» ρεύμα δεν έγινε δυνατό-μέχρι τώρα- να βρει πολιτική «εκπροσώπηση», να «καταγραφεί» στο πεδίο της αστικής πολιτικής. Οι πολλές παραλλαγές στο εσωτερικό του, η αντίφαση στον πυρήνα της κοινωνικής και πολιτικής του συγκρότησης (μια «αδύνατη» αστική στρατηγική χωρίς αστούς) αναπαρήγαγαν την αδυναμία του να βρει πολιτική έκφραση. Υπήρξαν προσπάθειες, όπως του Μ.Θεοδωράκη, για πολιτικούς σχηματισμούς η και απόπειρες εμφάνισης νέων «ηγεσιών» που θα εξέφραζαν αυτό το ρεύμα (όπως του ΕΠΑΜ) αλλά η αδυναμία τους να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο φάνηκε σχετικά νωρίς. Έμενε λοιπόν η δυνατότητα έκφρασης τους μέσα από τις υπάρχουσες δυνάμεις και τους κομματικούς σχηματισμούς, κάτι που κρίθηκε στις εκλογές στις 7 Μαΐου.




Γ) Η εργατική τάξη μπήκε σε αυτήν την μάχη με τις χειρότερες δυνατές προϋποθέσεις. Αδύναμη όσον αναφορά την ταξική της οργάνωση, με ένα συνδικαλιστικό κίνημα να έχει επίσημα εγγεγραμμένους το πολύ το 1/4 (18) των εργαζομένων και να αποτελεί, στις κυρίαρχες πλευρές του, πραγματικό αρχέτυπο γραφειοκρατίας, διαφθοράς και εργατοπατερισμού, με μεγάλο μέρος των νέων εργαζομένων να βρίσκεται εκτός συνδικαλιστικών δομών τους μετανάστες το ίδιο. Σε ένα διεθνές πλαίσιο όπου απουσιάζει εδώ και πολλά χρόνια ένα διεθνιστικό ταξικό ρεύμα και με τις πολιτικές του οργανώσεις να βρίσκονται ακόμα στο πέρασμα της εποχής μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» και να δίνουν μάχη επιβίωσης. Σε αντίστοιχη κατάσταση βρέθηκε και η Μαρξιστική κριτική το αναγκαίο όπλο για την ερμηνεία της πραγματικότητας και την στήριξη οποιασδήποτε πολιτικής πρότασης υπέρ του εργατικού κινήματος.

Το διάστημα αυτό εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι μετατοπίστηκαν λόγω των κοινωνικών συνθηκών, συμμετείχαν σε απεργιακούς αγώνες και σε κινητοποιήσεις γενικότερα. Πολλοί πρωτοστάτησαν σε κινήσεις, επιτροπές, απεργιακές φρουρές κ.α. σε χώρους δουλειάς που πριν την κρίση δεν υπήρχαν ούτε τα στοιχειώδη συνδικαλιστικά δικαιώματα. Όταν τα φώτα από τις πλατείες και τις παρελάσεις έσβησαν ξεκίνησε, το φθινόπωρο του 2011 (19), ένα μαζικό κίνημα καταλήψεων σε εργοστάσια που έκλειναν η προχωρούσαν σε περικοπές και απολύσεις. Με την συνδικαλιστική γραφειοκρατία εξαφανισμένη, οι αγώνες αυτοί ήταν η πρώτη επανεμφάνιση των εργαζομένων στο προσκήνιο ως ξεχωριστού παράγοντα στο πεδίο της ταξικής πάλης. Οι αγώνες αυτοί βέβαια είχαν περιορισμένο ορίζοντα και δεν έγινε δυνατό να συντονιστούν. Η αλληλεγγύη του εργατικού κινήματος απέναντι τους δεν μπόρεσε να υπερβεί την άμεση συμπαράσταση στους απεργούς και να πάρει την μορφή κινητοποιήσεων διαρκείας από τους μεγάλους κλάδους, τα συνδικάτα και τις ομοσπονδίες τους, ώστε να πάρουν πανεργατικά και πανκοινωνικά χαρακτηριστικά. Παρόλα αυτά συνέχισαν και συνεχίζουν μέχρι σήμερα ξεπερνώντας κάθε όριο αντοχής και αποτελώντας ένα πραγματικό παράδειγμα για το εργατικό κίνημα.

Η σημερινή κατάσταση της τάξης έχει δύο βασικές πλευρές: Από την μία την κοινωνική κατάσταση και την κήρυξη διαρκούς και μονομερούς ταξικού πολέμου από την αστική τάξη και την πολιτική της εξουσία, που ωθεί συνεχώς στην ριζοσπαστικοποίηση και στην ανάγκη για ταξικό αγώνα για την επιβίωση. Από την άλλη το βάρος και τα αδιέξοδα των αγώνων και των προσπαθειών που έγιναν και δεν είχαν αποτέλεσμα, γεγονός που ενισχύει-έστω και ως «ανάσα»-την μεταφορά όλων των προσδοκιών στο πεδίο της αστικής πολιτικής, τις κοινοβουλευτικές διαμάχες και καταγραφές.

Με το ζήτημα της ταξικής οργάνωσης-σε πανελλαδικό και διακλαδικό επίπεδο- να μην έχει απαντηθεί (όλοι αναγνωρίζουν την χρεοκοπία της ΓΣΕΕ αλλά κανείς δεν λέει αν πρέπει η μπορεί να αντικατασταθεί και με τι), με μεγάλα τμήματα της τάξης να βρίσκονται έξω από κάθε οργανωτική δομή πάλης (νέοι εργαζόμενοι, μαύρη εργασία που γενικεύεται , μετανάστες, άνεργοι), είναι φανερό ότι το εργατικό κίνημα δεν βρίσκεται αυτήν την στιγμή σε θέση να δράσει «πανκοινωνικά», ως ανεξάρτητος ταξικός παράγοντας που μπορεί να επιβάλλει γεγονότα και να στρέψει τα πράγματα προς μιαν άλλη κατεύθυνση. Τα όρια της δράσης του είναι αυτά της ταξικής πτέρυγας στο εσωτερικό ενός ευρύτερου κινήματος, που όπως στις πλατείες, θα του δίνει μαζικό και αγωνιστικό χαρακτήρα την κρίσιμη στιγμή.

Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί δείχνει ότι ακόμα και στην σημερινή του κατάσταση, το εργατικό κίνημα θα είναι εκείνος ο αποφασιστικός παράγοντας που θα κρίνει ακόμα και το χαρακτήρα οποιασδήποτε αναμέτρησης. Και επίσης γιατί με την ηρωική παρακαταθήκη των απεργιακών κινητοποιήσεων, των επιτροπών αγώνα, των πρόσφατων εργοστασιακών καταλήψεων δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουμε όπως πριν. Δεν αρκούν (από όλους μας) διακηρύξεις του τύπου «να πάμε στους χώρους δουλειάς» η προφανείς διαπιστώσεις ότι «εκεί θα κριθούν τα πράγματα». Χρειάζεται άμεσα να ανοίξει η συζήτηση και η δράση για ένα οργανωτικό και πολιτικό σχέδιο συνάντησης και συντονισμού των εργατικών αγώνων σε νέα βάση με πρόταση και για την ίδια την δομή, την ανεξαρτησία και τα ταξικά χαρακτηριστικά του εργατικού κινήματος. Η οργάνωση του ταξικού αγώνα είναι η μόνη ελπίδα μπροστά στις αναμετρήσεις που έρχονται.





Συμπεράσματα



Με βάση τα παραπάνω το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνονται και θα κινηθούν οι ταξικοί αγώνες συμπυκνώνεται ως εξής: Η μόνη δυνατή αστική στρατηγική που μπορεί να υπάρξει είναι η «εσωτερική υποτίμηση». Καμία εκτεταμένη αναδιανομή υπέρ των εργαζομένων η πισωγύρισμα στο 2009 (πόσο μάλλον στο στο 1981) δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για «αντικειμενικούς» και όχι απλά για «υποκειμενικούς» λόγους. Άρα δεν υπάρχουν οι κοινωνικές συνθήκες για ένα σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα και οποιαδήποτε τέτοια απόπειρα θα αποτύχει. Η υπέρβαση της κρίσης και η ανατροπή των μνημονίων έχει, για το εργατικό κίνημα, έναν άλλο "μονόδρομο": την άμεση έξοδο της χώρας απο την Ε.Ε και την υπέρβαση του Καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και γενικότερα οικονομίας και πολιτικής.

Η πολιτική τακτική της αστικής τάξης κινείται με κριτήριο την εξάντληση των ορίων της «κοινοβουλευτικής πρόσοψης» στα πλαίσια της οποίας δεν είναι διαπραγματεύσιμα ούτε όσα κέρδισε τρία χρόνια τώρα, ούτε πολύ περισσότερο η «Ευρωπαϊκή προοπτική». Η μεταφορά των αντιπαραθέσεων στο ευρύτερο πεδίο της αστικής πολιτικής παίρνει την μορφή απόπειρας ενσωμάτωσης και πολιτικής έκφρασης του «αντιμνημονιακού» ρεύματος ώστε να αποκτήσει τον ρόλο του κοινοβουλευτικού ελενγκτή και τροχονόμου των αντεργατικών μέτρων (παγιώνοντας και νομιμοποιώντας όσα έχουν ήδη περάσει και συμβάλλοντας ώστε να αμβλυνθούν οι κοινωνικές αντιδράσεις στα επόμενα) και να αξιοποιηθεί, σαν διαπραγματευτικό χαρτί της ελληνικής αστικής τάξης, στο εξωτερικό και στις αντιπαραθέσεις μέσα στην Ε.Ε.

Το εργατικό κίνημα παραμένει αδύναμο οργανωτικά, όμως με μια σοβαρή παρακαταθήκη αγώνων, ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα. Το στοίχημα για την συγκρότηση του παραμένει ανοιχτό και η παρουσία του μέσα σε όλους τους ταξικούς ανταγωνισμούς θα κρίνει και την τελική έκβαση και τον χαρακτήρα τους. Στην οργάνωση και τον θεωρητικό του επανεξοπλισμό είναι που πρέπει να πέσει όλο το βάρος μπροστά σε όλες τις αναμετρήσεις που έρχονται.





Σημειώσεις:



1.Οι τίτλοι είναι από τις εφημερίδες «Ελεύθερος Τύπος», «Ο Λόγος», «Έθνος», «Βραδυνή». Τα «Νέα» αντίθετα είχαν τον τίτλο «Εφιάλτης ακυβερνησίας και στο βάθος νέες κάλπες» και η «Εστία» έγραφε ότι «σε πλήρες αδιέξοδο οδηγεί το εκλογικό αποτέλεσμα».

2.« Όσο η καταπιεζόμενη τάξη, δηλαδή στην περίπτωση μας το προλεταριάτο, δεν είναι ακόμα ώριμο για την αυτοαπελευθέρωση του, θα αναγνωρίζει στην πλειοψηφία του το κοινωνικό καθεστώς που υπάρχει σαν το μόνο δυνατό, και πολιτικά θα είναι ουρά της τάξης των καπιταλιστών, η άκρα αριστερά της πτέρυγα. Στο μέτρο όμως που ωριμάζει για την αυτοαπαλευθέρωση του, συγκροτείται σε δικό του κόμμα, εκλέγει τους δικούς του εκπροσώπους και όχι τους εκπροσώπους της τάξης των κεφαλαιοκρατών. Το γενικό δικαίωμα ψήφου είναι έτσι ο δείκτης ωριμότητας της εργατικής τάξης. Περισσότερο δεν μπορεί να είναι και δεν θα είναι ποτέ μέσα στο σημερινό κράτος, αλλά και αυτό φτάνει. Την ημέρα που το θερμόμετρο του γενικού δικαιώματος ψήφου θα δείχνει στο σημείο του βρασμού ανάμεσα στους εργάτες, θα ξέρουν και αυτοί, όπως και οι κεφαλαιοκράτες, τι να κάνουν». F.Engels- Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους σελ 214-εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή. Για μια αναλυτική περιγραφή των απόψεων Marx/Engels για την πολιτική, το κράτος, τον κοινοβουλευτισμό κλπ βλ U.Huar/G.Fechner-Ο Μαρξ και ο Ένγκελς για την πολιτική-εκδόσεις Σύγχρονη εποχή.

3. Ενδεικτικά: V.I Lenin -Κράτος και Επανάσταση/εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Rosa Luxembourg-Μεταρρύθμιση η Επανάσταση/εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

4. Απόφαση του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

5. Γ.Οικονομάκης-Κρίση και Ελληνική οικονομία

6. Το δημόσιο χρέος το 2020 προβλέπεται να είναι το 200% του ΑΕΠ-Γ.Σταθάκης-το σχεδιάγραμμα αποτυχίας του μνημονίου 2.

7. V.I Lenin-Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιταλισμού-εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

8. Κ.Παπουλής- Σκοτεινοί δείκτες και αριθμοί της (εντός ΟΝΕ) Ελληνικής οικονομίας.

9.Για δύο ενδεικτικά παραδείγματα: Π.Παπακωσταντίνου-είμαστε καταδικασμένοι να πεινάσουμε;, Γ.Κυριακάκης -και όμως λεφτά υπάρχουν η αλλιώς ΑΝΤΑΡΣ(Ι)Α στο καράβι.

10. Θ.Μαριόλης-Η μεταβλητή κλειδί του Ασφαλιστικού συστήματος στο Ελλάδα, Ευρωπαϊκή Ένωση και οικονομική κρίση-εκδόσεις Matura σελ 129-145.

11. Πέρα από τα μέτρα λιτότητας σε όλο τον Ευρωπαϊκό Νότο και την καθήλωση των μισθών σε Γερμανία και Γαλλία ακόμα και σε χώρες, όπως η Δανία, που είχαν περιγραφεί ως πρότυπα για την Ελλάδα και βρίσκονται εκτός ευρώ προχωρούν ανάλογα μέτρα. –Ένα παράδειγμα πραγματικής αριστερής κυβέρνησης-Ριζοσπάστης.

12. Συντακτική επιτροπή Praxis- Η απάτη της παλιάς καλής Ευρώπης.

13. «Ένας κόσμος της εργασίας και της ανεργίας, στα έσχατα όρια της επιβίωσης, θα καλωσόριζε της σοσιαλδημοκρατία και το κράτος πρόνοιας. Μέσα στα πλαίσια όμως της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης που εξισώνει όλες τις κατακτήσεις προς τα κάτω, μέσα στο χώρο της Ευρωζώνης που βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση, εντός της περιφέρειάς της που γονατίζει κάτω από τη δημοσιονομική πειθαρχία, σε μια χώρα δεμένη με δουλικές δανειακές συμβάσεις δεν υπάρχει κανένα, απολύτως κανένα, περιθώριο σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής. Είτε με την Μέρκελ είτε με τον Ολάντ. Για τα απλά, αλλά πρωταρχικά πράγματα – να έχουν οι νέοι δουλειά, να μη πεινάν οι συνταξιούχοι – χρειάζονται επαναστατικές αλλαγές»- Α.Αλαβάνος -15 σημειώσεις στο πρόχειρο

14. βλ την ετικέτα «Κρίση-Ελλάδα» στο ιστολόγιο όπου υπάρχουν δεκάδες άρθρα με τα μέτρα των μνημονίων.

15. Δ.Μπελαντής-Θέσεις για το σύγχρονο Κράτος έκτακτής ανάγκης, Συντακτική επιτροπή Praxis- Η κάλπικη δημοκρατία

16. Οι εκδόσεις Λιβάνη κυκλοφόρησαν πολλά βιβλία αναλυτών και οικονομολόγων όπως των Α.Μητρόπουλου, Π.Παπακωσταντίνου, Κ.Λαπαβίτσα και Ν.Μαριά (τώρα στους Ανεξάρτητους Έλληνες) αλλά και του Ν.Μπογιόπουλου. Εκδίδουν το περιοδικό «Επίκαιρα» στο οποίο προβάλλονται «αντιμνημονιακές» απόψεις από την «αριστερά» μέχρι τους Ανεξάρτητους Έλληνες.

17. Πολλά κείμενα των συγγραφέων υπάρχουν στις αρχείο του ιστολογίου, στις αντίστοιχες ετικέτες.

18. Οι Αγανακτισμένοι και οι πραγματικοί επαναστάτες, Λίγο πριν το 2012/οι αγώνες στους χώρους δουλειάς (στο ιδιωτικό τομέα), Το θερμό φθινόπωρο της εργατικής τάξης.

19. Πριν την κρίση, τα ποσοστά συμμετοχής έφταναν-στην καλύτερη περίπτωση-στο ¼ των εργαζομένων-Συνδικάτα/συλλογική έρευνα.

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Είμαι ΑΝΤΑΡΣΥΑ ψηφίζω ΣΥΡΙΖΑ


Traverso Rossa : Χωρίς σχόλια επίσης...





Ελένη Μπιρμπίλη, συγγραφέας



Ο κόσμος ψήφισε Σύριζα, διεκδικώντας μιαν ελπίδα για το αύριο, κι από την πλευρά μου, δεν μπορώ να του την αρνηθώ.

Και εξηγούμαι. Είναι γεγονός ότι διανύουμε ιστορικές στιγμές. O λαός κέρδισε μια μάχη, δίνοντας ένα ράπισμα στις δυνάμεις του Μνημονίου και μάλιστα σε συνθήκες πόλωσης και πρωτοφανούς προβοκάτσιας. Συνθήκες κρίσιμες όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την ίδια την Ευρώπη, έτσι όπως την ξέραμε τουλάχιστον.

Ύστερα από πολλά χρόνια καθήλωσης του εργατικού κινήματος η Αριστερά μοιάζει να αφυπνίζεται συνολικά, άσχετα από τις εντυπωσιακές κορώνες της ηγεσίας του ΚΚΕ και της δίνεται η ευκαιρία να πάρει την κατάσταση στα χέρια της, για να διεκδικήσει και να επιβάλει την κατάργηση των μνημονίων, των δανειακών συμβάσεων και των νόμων που τους συνοδεύουν, επαναφέροντας τους μισθούς και τις συντάξεις, τις δαπάνες για υγεία, παιδεία, ασφάλιση και αποδίδοντας δικαιοσύνη και αναδιανομής του πλούτου. Συνεχίζω να υπερασπίζομαι την ενωτική λογική των δυνάμεων της Αριστεράς στην οποία πρωτοστατούσε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προεκλογικά, ιδίως μετά τις πρωτοφανείς επιθέσεις και τις προβοκάτσιες από τα ΜΜΕ και τους πολιτικούς φορείς του διπολισμού των δύο πρώην μεγάλων κομμάτων που οδήγησαν το λαό μας στην εξαθλίωση, παρ’ όλες τις επιμέρους διαφωνίες μου σε ζητήματα ιδεολογικά, όσον αφορά την ριζοσπαστικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ και την ακόμη πιο επαναστατική του διεκδίκηση ενός άλλου κόσμου με επανακαθορισμό των κοινωνικών τάξεων, την εδραίωση της ουμανιστικής του φυσιογνωμίας, της αναδιανομής του πλούτου, καθώς επίσης της επαναπροσδιόρισης ενός νέου διεθνισμού. Όλα αυτά, θα πρέπει να συζητηθούν όμως, αφού εξασφαλισθεί η επιβίωση αυτού του λαού, ο οποίος του έδωσε ένα ποσοστό κυβερνητικής εντολής, έστω και αδύναμης, το οποίο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε.

Όσοι κινούμαστε μέσα στον κόσμο το γνωρίζουμε καλά, ότι αυτοί οι άνθρωποι που ψήφισαν Σύριζα, διεκδικώντας μιαν ελπίδα για το αύριο, κι από την πλευρά μου, δεν μπορώ να του την αρνηθώ. Ας το σκεφτούν καλά οι σύντροφοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που βιάστηκαν να βγάλουν ανακοίνωση πριν καν γίνει συζήτηση ανάμεσα στα μέλη και πριν καν ακουστούν οι δικές μας θέσεις, θυμίζοντας άλλες εποχές και άλλα κόμματα της Αριστεράς, στα οποία ασκούμε σκληρή κριτική και σωστά κάνουμε. Όμως η Αριστερά δοκιμάζεται στα δύσκολα. Και οι αποφάσεις που παίρνει ορίζουν το παρόν και το μέλλον της για τα επόμενα χρόνια. Διότι ο ρόλος της είναι και οφείλει να είναι πρωτοποριακός.

Αν και ιδεολογικά βρίσκομαι πιο κοντά στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αρνούμαι να αναλάβω μια τέτοια ευθύνη και δηλώνω ότι θα συμβάλλω προς την ανασύνθεση ενός αριστερού μετώπου, στις επερχόμενες εκλογές, με σκοπό να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη λαίλαπα του αντιδραστικού, δεξιόστροφου μετώπου που στήνεται ήδη από τα κόμματα που στήριξαν τα μνημόνια και τα κουρέλια της αντίδρασης που οδήγησαν στη βουλή τους υμνητές του Χίτλερ. Θα στηρίξω την ψήφο του λαού που δίνει μια πραγματική ευκαιρία στην Αριστερά να κυβερνήσει τη χώρα, ώστε να βγει από αυτή τη σκληρή δοκιμασία και να ορθοποδήσει και να μη θρηνήσουμε άλλα θύματα, αλλά να ανακαλύψουμε τις δυνάμεις εκείνες και τις αξίες που θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη και την ευημερία του λαού.

Σαν πνευματικός άνθρωπος, παραμένω Αριστερή, σταθερή στις ιδέες μου, πάντα στην υπηρεσία του οράματος μιας άλλης κοινωνίας που θα υπηρετεί τον άνθρωπο, μέσα από την συγγραφική μου ιδιότητα ως δημιουργός και όχι μόνο.

Ξέρω καλά ότι η Αριστερά οραματίζεται κάτι μεγάλο, όπως είναι η συνολική ανατροπή του καπιταλισμού. Έχω μάθει όμως ότι η ζωή μας είναι πολύ μικρή και ότι ο καθένας από μας, δικαιούται σ’ αυτή τη μικρή ζωή να ζήσει με όρους ανθρώπινους σε μια κοινωνία που θα του παρέχει, αξιοπρέπεια και ισότητα που σημαίνει εργασία, παιδεία, υγεία, πολιτισμό. Αυτό, μόνο μια πραγματικά Αριστερή διακυβέρνηση μπορεί να του το εξασφαλίσει. Κι όταν λέω, Αριστερή διακυβέρνηση, εννοώ, αυτή την οποία μπορούμε να του δώσουμε εμείς που μιλάμε για έναν άλλο κόσμο και το εννοούμε. Το μόνο που μένει, είναι να το αποδείξουμε στους χιλιάδες άνεργους, όπως εγώ, στους χιλιάδες νέους μετανάστες, στους χιλιάδες συνταξιούχους που λιμοκτονούν, στους χιλιάδες ασθενείς που δεν έχουν φάρμακα, στους χιλιάδες άστεγους, στους χιλιάδες που βρίσκονται στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Αυτό πρέπει να γίνει ΤΩΡΑ. Κατόπιν, συζητάμε και για τ’ άλλα. Και ο μόνος που μπορεί να το υλοποιήσει, είναι μια Αριστερή κυβέρνηση. Γι’ αυτό στις επόμενες εκλογές θα στηρίξω τον Σύριζα. Επειδή δεν θέλω να πάρω την ευθύνη μιας χαμένης ευκαιρίας της Αριστεράς να παρέμβει για ν’ αλλάξει την ιστορία, ύστερα από μισόν αιώνα, στους ώμους μου κι ας κατηγορηθώ γι’ αυτό. Φτάνει που θα μπορώ να κοιτάξω στα μάτια τα δίχως μέλλον παιδιά μου και την συνταξιούχο μητέρα μου. Φτάνει που θα μπορώ να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέφτη δίχως να ντρέπομαι…



Πηγή : Κονσερβοκούτι

Τσίπρας: Τι θα έκανα αν ήμουν πρωθυπουργός



Traverso Rossa : Τα σχόλια περιττεύουν
...

Αλλαγή του Μνημονίου με νέες αναπτυξιακές πολιτικής που θα έχουν ως γνώμονα τη δημιουργία αγοραστικής δύναμης και την ανακύκλωση της ρευστότητας στην οικονομία ώστε να τονωθεί η κατανάλωση και να σταματήσει ο φαύλος κύκλος της ύφεσης, θα ζητήσει ο Αλέξης Τσίπρας από τις Βρυξέλλες αν αναλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ την κυβέρνηση στην Ελλάδα, σύμφωνα με συνέντευξη του προέδρου της ΚΟ στο αμερικανικό δίκτυο CNBC.

Απαντώντας στην ερώτηση:

Πόσο μακριά είστε διατεθειμένος να πάτε αν η Ευρώπη σας πει: ή κάνετε αυτό ή δεν παίρνετε τα λεφτά; Αν είστε πρωθυπουργός και σας ζητήσουν κάτι τέτοιο;

Ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε:

Καταρχήν να σας πω ότι είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς που μετά το εκλογικό αποτέλεσμα έχουν αρχίσει να γίνονται ολοένα και πιο αποδεκτές λέξεις που πριν τις εκλογές ήταν σχεδόν απαγορευμένες. Τώρα τις λένε οι αντίπαλοί μας. Όπως για παράδειγμα η έννοια της αναδιαπραγμάτευσης η έννοια της χαλάρωσης του Μνημονίου, πράγμα που σημαίνει ότι αυτά που λέγαμε δεν ήταν παρανοϊκά. Πιστεύουμε ότι μπορούμε να πάμε μακριά. Μπορούμε να πάμε μακριά γιατί το οφείλουμε τόσο στον Ελληνικό λαό όσο και στην ίδια την Ευρώπη. Εμείς θέλουμε καταρχήν να πείσουμε τους Ευρωπαίους εταίρους μας, να πείσουμε τους ηγέτες της ΕΕ ότι ακολουθούν μια λάθος συνταγή. Μια συνταγή που πρέπει να αλλάξει και αυτό απαιτεί σκληρή πολιτική διαπραγμάτευσης, πολιτική διαπραγμάτευσης μέσα στους θεσμούς της ΕΕ.



Με ρωτάτε τι θα έκανα αν είχα τη δυνατότητα να είμαι πρωθυπουργός. Ναι θα πήγαινα στη Σύνοδο Κορυφής και θα τους έλεγα ότι αυτό το πρόγραμμα οδηγεί στην εξαθλίωση τον ελληνικό λαό και στην Ελλάδα υπάρχει Δημοκρατία και στην Δημοκρατία οφείλει κανείς να σέβεται την πεποίθηση των πολλών και οι πολλοί δεν θέλουν να εφαρμόσουν αυτό το πρόγραμμα και αυτό πρέπει να το σεβαστείτε. Να κάτσουμε στο τραπέζι να κουβεντιάσουμε για ένα άλλο πρόγραμμα για το καλό όλων μας. Ένα πρόγραμμα που θα έχει ως πυλώνα την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.



Αν τελικά δεν τους πείθαμε ενδεχομένως τα πράγματα να ήταν τελικά πολύ δύσκολα. Αλλά όχι μόνο για την Ελλάδα. Θα ήταν δύσκολα συνολικά για την Ευρώπη. Διότι πραγματικά το πιστεύω αυτό που είπε η κα Μέρκελ –μπορεί να διαφωνώ σε πάρα πολλά μαζί της αλλά σε αυτό έχει απόλυτο δίκιο- «αν μία χώρα φύγει από την Ευρωζώνη τότε οι αγορές θα ψάχνουν να βρουν την επόμενη» και τότε θα διαλυθεί η Ευρωζώνη και αυτό δε θα είναι καθόλου καλό για τους λαούς της Ευρώπης.



Συνεπώς εμείς πρωτίστως θέλουμε να πείσουμε τους Ευρωπαίους εταίρους και να τους πείσουμε να σεβαστούν αυτό που η Ελλάδα έχει προσφέρει τόσο στην Ευρώπη όσο και στον κόσμο: την ιδέα και την αξία της Δημοκρατίας. Πρέπει η Δημοκρατία να επιστρέψει στη χώρα που γεννήθηκε.


Πηγή : Sofokleus10

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Sergio Bologna-Σοσιαλδημοκρατία, Ευρωκομμουνισμός και καταπίεση



Πηγή : Praxis

Κείμενο που λάβαμε απο τον μεταφραστή. Τον ευχαριστούμε για την αποστολή











«Σοσιαλδημοκρατία, Ευρωκομμουνισμός και καταπίεση»



του Sergio Bologna, απόσπασμα από την μπροσούρα με τίτλο «Ιταλία 1977-1978, Ζώντας με έναν Σεισμό», η οποία δημοσιεύθηκε στα Quaderni Rossi.



Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, η Σοσιαλδημοκρατία ήταν το κύριο κανάλι, μέσα από το οποίο εξεφράσθησαν οι στόχοι και οι διεκδικήσεις της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης. Πολλές φορές η σοσιαλδημοκρατία κατέστη έναν κανάλι για μεταρρυθμίσεις και πρόοδο, αλλά το βασικό είναι ότι σε περιόδους επαναστατικών κρίσεων (όπως σήμερα), η σοσιαλδημοκρατία επέδειξε έναν καθαρά αντεπαναστατικό ρόλο.

Σε αυτό το κεφάλαιο ισχυριζόμαστε ότι οι δύο βασικές πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες έχουν εργατική αναφορά στην Δυτική Ευρώπη, η σοσιαλδημοκρατία και ο ευρωκομμουνισμός, μετατρέπονται από «σύμμαχοι» της εργατικής τάξης σε «εχθρούς», εφαρμόζοντας καταπιεστικές και αντιπρολεταριακές πολιτικές. Αυτό εμφανίζεται στην Αγγλία με την κυβέρνηση των Εργατικών και στην Ιταλία με το Κομμουνιστικό Κόμμα.



Λίγο από την ιστορία

Ο Victor Serge στο έργο του «Ο πρώτος χρόνος της Ρώσικης Επανάστασης» περιγράφει το πώς στα 1918 όλη η Γερμανία παραδόθηκε στην εξουσία των Σόβιετ των εργατών και των στρατιωτών και το πώς εξαπλώθηκε σαν πυρκαγιά το επαναστατικό κίνημα. Η ακριβοϋπολογισμένη επιλογή της άρχουσας τάξης (των Χίντεμπουργκ, των Κρουπς και των Λουντεντορφ) ήταν να τεθούν επικεφαλής του κινήματος, προκειμένου να αποφύγουν να ανατραπούν από αυτό. Αυτό δεν ήταν απλά μια επιλογή μεταξύ κοινωνικής επανάστασης και επανόρθωσης της καθιερωμένης τάξης. Ήταν κάτι παραπάνω από αυτό. Οι Διεθνείς Δυνάμεις μέσω της Συνθήκης των Βερσαλλιών είχαν επιβάλει εξαθλιωτικούς όρους στην γερμανική εργατική τάξη, οι οποίοι στόχευαν στο να αποδιαρθρώσουν την γερμανική εργατική τάξη και να τσακίσουν τους επαναστατικούς της οργανισμούς, με βασικό στόχο να αποδεχθεί αρκετά χρόνια κακοπληρωμένης εργασίας προς όφελος των συμφερόντων των υπολοίπων διεθνών δυνάμεων.

Προκειμένου να πετύχει αυτήν την αποδιάρθρωση, η άρχουσα τάξη εστράφη στις οπορτουνιστικές μερίδες μέσα στο σοσιαλδημοκρατικό στρατόπεδο. Ο Έμπερτ και ο Σάιντεμαν προσκλήθηκαν στην κυβέρνηση, μαζί με τον Νοσκ και τον Μπάτσερ ως επικεφαλής της. Το καθήκον τους ήταν να επιλέξουν την κατάλληλη στιγμή χτυπήματος του κινήματος, η οποία ήλθε, όταν έφεραν τον στρατό ενάντια στην εξέγερση των εργατών στο Βερολίνο και δολοφόνησαν τον Λίμπκενχτ και την Λούξεμπουργκ, τους διαλεχτούς ηγέτες εκείνου του κινήματος.

Ο Serge λέει για τον Έμπερτ και τον Σάιντεμαν ότι ήταν «σοσιαλιστές ηγέτες της απόλυτης ευπρέπειας, αλλά με επιρροή μέσα στις μάζες». Αυτές είναι οι δύο ειδικές ποιότητες, οι οποίες ξεσηκώνουν αναλογίες με το σήμερα και με μερικούς σύγχρονους «σφαγείς της επανάστασης», οι οποίοι είναι συγχρόνως «σοσιαλιστές ηγέτες της απόλυτης ευπρέπειας», και έχουν εξασφαλίσει την «επιρροή τους μέσα στις μάζες» μέσα από μια ποικιλία συμφωνιών με τους επίσημους αξιωματούχους και στελέχη του συνδικαλισμού. Αυτοί οι κύριοι προσφέρουν ανεκτίμητες υπηρεσίες στον διεθνή καπιταλισμό με το να αποδέχονται και να εφαρμόζουν την πολιτική λιτότητας ενάντια στην εργατική τάξη. Αυτοί επίσης μεταχειρίζονται της βίας εις βάρος των επαναστατικών δυνάμεων….



Μια νέα φάση για την Σοσιαλδημοκρατία - από τον ρεφορμισμό στην καταπίεση.

Το πρόσωπο της σοσιαλδημοκρατίας έχει αλλάξει άρδην τα τελευταία 5 χρόνια στην Ευρώπη, καθώς η ίδια η ταξική πάλη έχει αναπτυχθεί. Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε ως ακολούθως:

Στην Ευρώπη η καπιταλιστική κρίση του 1973 και εντεύθεν, εκδηλώθηκε ως απόρροια της δυναμικότητας της εργατικής τάξης μέσα στην παραγωγή την προηγούμενη περίοδο. Η κρίση είναι ένα αναγκαίο μέσο και εργαλείο για να καταστραφεί αυτή η δυναμικότητα. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αξιοποίησε τους αυστηρούς όρους δανεισμού του σε χώρες όπως η Αγγλία και η Ιταλία, ως ένα είδος «Συνθήκης Βερσαλλιών», προκειμένου να επανακτήσει τον έλεγχο της εργατικής τάξης μέσω μιας ραγδαίας πολιτικής λιτότητας. Ωστόσο μία λύση αλά Χιλή (εκρίζωση του εργατικού κινήματος) έχει καταστεί αδύνατη στην τρέχουσα περίοδο (λόγω αφενός της δύναμης της εργατικής τάξης και αφετέρου λόγω του ότι μία τέτοια λύση είναι γνωστό ότι περιορίζει την καπιταλιστική ανάπτυξη και θα χρησιμοποιηθεί μόνο ως ύστατη λύση). Ο μόνος τρόπος, με τον οποίο θα μπορούσε η κρίση να λειτουργήσει αποτελεσματικά εις βάρος της εργατικής τάξης είχε να κάνει με το να επιστρατεύσει το κεφάλαιο την αρωγή της σοσιαλδημοκρατίας (στην Αγγλία την κυβέρνηση των Εργατικών και τα συνδικάτα, ενωμένα σε μια ενδοταξική συμμαχία παρόμοια με αυτήν την πολεμικής και μεταπολεμικής περιόδου ανασυγκρότησης).

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουμε ζήσει ήδη τέσσερα χρόνια σοσιαλδημοκρατίας μαζί με μέτρα λιτότητας. Η Δεξιά έχει εξωθηθεί στο παρασκήνιο της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής. Το επίκεντρο της σκηνής έχει τώρα καταληφθεί από τους σοσιαλδημοκράτες και τους συμμάχους τους, τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα.

Το σημαντικό γεγονός είναι ότι παρόλο του η σοσιαλδημοκρατία έχει καταφέρει να περιορίσει τους αγώνες σε μισθολογικά ζητήματα, νέοι αγώνες, νέες μορφές συμπεριφοράς και νέες αντιθέσεις έχουν εμφανισθεί σε άλλες σφαίρες.

Μπορούμε να πούμε ότι παρόλη την κρίση, η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη δεν έχει καταφέρει ακόμα να εκπληρώσει τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις για μια καπιταλιστική ανασυγκρότηση, δηλαδή μια επιστροφή στην παραγωγική εργασία και την εργασιακή πειθαρχία μέσα σε ολόκληρη την κοινωνία. Σε πολλές σφαίρες και εντός και εκτός εργασιακού χώρου νέες μορφές ανυπακοής, οργανωτικότητας και πάλης έχουν γεννηθεί και αντιτίθενται στο σοσιαλδημοκρατικό σχέδιο. Νέοι χώροι πάλης έχουν διανοιχθεί.

Γι’ αυτό και εντοπίζουμε σε μια νέα φάση την σοσιαλδημοκρατία, η οποία στοιχίζεται με αυτή την νέα φάση της αντίστασης. Η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι πια ένας ρεφορμιστικός αντίπαλος που πρέπει να υπερνικηθεί με τους κατάλληλους πολιτικούς ελιγμούς, αλλά ένας ταξικός εχθρός, ο οποίος προτίθεται να καταστρέψει τις δυνάμεις που αντιστέκονται στην καπιταλιστική ανασυγκρότηση, προκειμένου να κατοχυρώσει μία «ειρηνική» και «σχεδιασμένη» επιστροφή σε μια «ομαλή» εκμετάλλευση.

….



Και τι γίνεται με τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα;

Δεν είναι ακραίο να πούμε ότι σε τέτοιες καταστάσεις και στιγμές, η σοσιαλδημοκρατία γίνεται ο κύριος εχθρός, καθώς λειτουργεί ως ο προπομπός για το συνολικό σχέδιο ανασυγκρότησης του καπιταλισμού. Στην Αγγλία είναι τα συνδικάτα παρά τα διευθυντικά στελέχη, τα οποία συναινούν στις απολύσεις αγωνιστών από τα εργοστάσια (Μάρτιος 1978). Ωστόσο η ερώτηση είναι αν μπορούμε να συμπεριλάβουμε τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα ως μέρος των αντεπαναστατικών δυνάμεων;

Προφανώς ο ευρωκομμουνισμός και η σοσιαλδημοκρατία προέρχονται από διαφορετικές ρίζες και διαθέτουν διαφορετική ιστορία. Αλλά όταν τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα στην Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία, πιέζουν για το σχηματισμό εθνικών κυβερνήσεων, τότε είναι σωστό, όπως θα δούμε παρακάτω, να πούμε ότι ανήκουν στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης.

Από την μελέτη μας σε αυτή την μπροσούρα είναι καθαρό πως το Κομμουνιστικό Κόμμα στην Ιταλία ανήκει στην ίδια τάση, με την οποία τα «παραδοσιακά κόμματα της εργατικής τάξης» καλούνται να συνδράμουν την αστική τάξη, προκειμένου να φορτωθούν τα βάρη της καπιταλιστικής κρίσης στους εργάτες. Σε αυτό το φυλλάδιο περιγράψαμε το πώς το ΚΚΙ κινήθηκε ενάντια σε εκείνες τις επαναστατικές δυνάμεις, τις οποίες δεν μπορούσε να ελέγξει.

Το ΚΚΙ τώρα μετατρέπεται σε Κόμμα του Νόμου και της Τάξης. Δίνει υποστήριξη σε κάθε νέο μέτρο καταπιεστικής πολιτικής και περιστολής των πολιτικών ελευθεριών. Τώρα λέει ότι η λιτότητα είναι αναγκαίο βήμα προς τον δρόμο για τον σοσιαλισμό και ότι η εργατική τάξη γι’ αυτό το λόγο πρέπει να σφίξει το ζωνάρι. Έχει εγκαταλείψει την υπεράσπιση της εργασίας των εργατών και την προστασία τους μέσα στην αγορά εργασίας.

Η αντίσταση σε αυτό το ΚΚΙ είναι δύσκολο να μετρηθεί και να προσδιορισθεί, ωστόσο αναμφίβολα υπάρχει. Το κεντρικό ερώτημα για την άμεση περίοδο είναι το κατά πόσον αυτές οι δυνάμεις θα είναι ικανές consolidate την δύναμή τους μέσα σε οργανωμένες μορφές, κατά πόσο θα είναι ικανές να βαδίσουν και αυτήν την φάση της πάλης, καθ’ όσον το ΚΚΙ ξεκινά να αποκαλύπτει όλο και πιο ανοιχτά την καταπιεστική και αντιπρολεταριακή του φύση;




Μετάφραση από τα αγγλικά «πετροπόλεμος», υπογραμμίσεις του μεταφραστή.


ΥΓ: οποιαδήποτε ομοιότητα, παρομοιότητα ή αναλογία με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική και παρακαλείται ο αγαπητός αναγνώστης να μην τις λάβει υπ’ όψη για ευκταία κατά τα άλλα κυβερνητικά εγχειρήματα.

Περί του «λογιστικού ελέγχου» του χρέους

Γράφει ο Νίκος Μπογιόπουλος


H «χρεο-τρομοκρατία» είναι μια «μηχανή» που κατασκευάστηκε για να επαναλαμβάνει ότι βρισκόμαστε στο «χείλος του γκρεμού», με στόχο να σοκάρει τα λαϊκά στρώματα με την απειλή της χρεοκοπίας.
Υπήρξε και παραμένει ένα κατ' εξακολούθηση πρόσχημα
για την επιβολή του προαποφασισμένου κοινωνικού βανδαλισμού και του πρωτοφανούς εργοδοτικού κανιβαλισμού, που ουδόλως σχετίζονται με το «νοικοκύρεμα» των οικονομικών του ελληνικού κράτους.
Ο στόχος των εμπνευστών της ήταν εξ αρχής άλλος:
Από τη μια, επιδίωξαν τη συναίνεση του λαού, που κλήθηκε να αναπτύξει την ψυχολογία του «συνενόχου» και του «συνυπεύθυνου» για τα χρέη που οι εκμεταλλευτές του δημιουργούν, αλλά εκείνος «πρέπει» να τα πληρώνει.
Από την άλλη, η θεωρία του χρέους έγινε το προπέτασμα καπνού που, στο όνομα του «κοινού μας σπιτιού που καίγεται», προσπάθησε να αφοπλίσει τις λαϊκές αντιστάσεις απέναντι στην πολιτική που διασφαλίζει στην πλουτοκρατία «εργασιακούς κανόνες» τύπου «Αουσβιτς».

Το ΚΚΕ από την πρώτη στιγμή κάλεσε το λαό να αποτινάξει την «χρεοτρομοκρατία» και να αντιμετωπίσει το ζήτημα του χρέους στην πραγματική του διάσταση.
Ελεγε η ανακοίνωση του ΚΚΕ στις 4/6/2010:
«Τα υπερκέρδη των μονοπωλίων, οι φοροαπαλλαγές τους και οι κρατικές χρηματοδοτήσεις δημιούργησαν την κρίση και το δημόσιο χρέος, που ο λαός πρέπει να αρνηθεί να πληρώσει, θυσιάζοντας τα δικαιώματά του στη δουλειά, στους μισθούς, στην Ασφάλιση και στις συντάξεις».
Επομένως:
 
Ούτε «διαπραγμάτευση», ούτε «αναδιαπραγμάτευση», ούτε «διάρθρωση», ούτε «αναδιάρθρωση» του χρέους, ούτε «ελεγχόμενη», ούτε... ανεξέλεγκτη «πτώχευση», ούτε «στάση», ούτε «παράταση» πληρωμών, ούτε «ευρωομόλογα», ούτε «επιμήκυνση», ούτε «κούρεμα», καμία απ' όλες αυτές τις διαχειριστικές στην ουσία τους προτάσεις δεν αποτελεί «λύση» για το λαό.
Ούτε, βεβαίως, «λογιστικός έλεγχος του χρέους» με το πρόσχημα να δούμε, όπως ισχυρίζονται οι εισηγητές του, ποιο ακριβώς μέρος του χρέους «οφείλει» να το πληρώσει ο λαός. Διότι - πολύ απλά - ο λαός δεν οφείλει τίποτα.
  • Γιατί, κανένα μέρος αυτού του χρέους δεν είναι χρέος του λαού.
  • Γιατί, κανένα μέρος αυτού του χρέους δεν πήγε σε μισθούς, σε συντάξεις, σε Υγεία, Παιδεία ή Πρόνοια υπέρ του λαού, αλλά όλο πήγε σε προνόμια στο μεγάλο κεφάλαιο.
  • Γιατί όλο αυτό το χρέος είναι επαχθές και ειδεχθές και όχι μόνο ένα «μέρος» του.
  • Γιατί ο λαός δεν χρωστάει τίποτα και σε κανένα.
  • Γιατί όλο αυτό το χρέος είναι παράνομο.
Οταν, λοιπόν, κάποιοι μας λένε «να δούμε τι πραγματικά χρωστάμε»
 
- και μάλιστα το λένε στο όνομα της εξυπηρέτησης του λαού -
στην πραγματικότητα εισάγουν από το παράθυρο την πολιτική των μνημονίων, που μια πλευρά τους έχει να κάνει με τη διευθέτηση του χρόνου και του τρόπου με τον οποίο θα ικανοποιηθούν οι δανειστές, οι κερδοσκόποι και οι τοκογλύφοι.
Πρόκειται, τελικά, για προτάσεις που εισηγούνται στον καπιταλισμό διάφορες εναλλακτικές μανούβρες και διαχειριστικά σχέδια, για να ξεπεράσει την κρίση του φορτώνοντάς την, πάντα, στο λαό.
Αντίθετα, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που ο λαός έχει πληρώσει την τελευταία δεκαετία πάνω από μισό τρισ. ευρώ για τοκοχρεολύσια, αλλά τώρα άλλοι του λένε ότι «χρωστάει» τα διπλά, κι άλλοι του λένε «έλα να δούμε πόσα ακόμα χρωστάς»,
σε μια χώρα που για να καταβληθούν αυτά τα 500 δισ. σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος των 1.500 ευρώ μηνιάτικο τα πέντε από τα δέκα (!) χρόνια μετά το 2000 τα δούλεψε για να πληρώνει δανειστές, πιστωτές, τοκογλύφους και κερδοσκόπους,
σε μια χώρα που οι κυβερνήσεις, το αστικό πολιτικό κατεστημένο, το ΔΝΤ και η ΕΕ μαζί με όλους τους θιασώτες της λειτουργούν σαν «χωροφύλακες», σαν «φουσκωτοί» και σαν «εισπράκτορες» των τοκογλυφικών για λογαριασμό των ντόπιων «πατριωτών» και των «φιλελλήνων» δανειστών «μας»,
οι κομμουνιστές από την πρώτη στιγμή της «τρομοκρατίας» του χρέους και των ελλειμμάτων, τονίζουν, καθαρά και ξάστερα:
1) Η μόνη πολιτική που μιλά από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων είναι αυτή που λέει ότι ο λαός δεν έχει καμία υποχρέωση να αποδεχτεί σαν δικό του χρέος όσα αφαιρούνται από το δημόσιο ταμείο, για να γίνουν κέρδη της πλουτοκρατίας.
2) Ριζοσπαστική πολιτική δεν είναι αυτή που αυτοαναγορεύεται ως τέτοια, αλλά εκείνη που εν τοις πράγμασι το αποδεικνύει, καλώντας το λαό να αρνηθεί να πληρώσει για τα δάνεια της ολιγαρχίας.
3) Η πραγματικά ασυμφιλίωτη πολιτική με το καθεστώς που λεηλατεί το λαό, είναι εκείνη που προειδοποιεί τόσο τους εντός όσο και τους εκτός Ελλάδας «γύπες», ότι ο λαός δεν αναγνωρίζει σαν «δημόσιο χρέος» τα προνόμια της άρχουσας τάξης. Είναι η πολιτική που διακηρύσσει ότι το λεγόμενο «δημόσιο χρέος» δεν είναι παρά ο δημόσιος πλούτος που τα μονοπώλια τον σφετερίστηκαν από το λαό, και που ο λαός απαιτεί να του επιστραφεί, χωρίς να μπαίνει στο παζάρι αν θα του τον κλέψουν διά της «επιμήκυνσης», διά της «λογιστικής αποτίμησης» ή όποιας άλλης μορφής διαρρύθμισης της κλοπής.
4) Η μόνη φιλολαϊκή πολιτική είναι αυτή που σημειώνει ότι είτε σε ευρώ, είτε σε δραχμές, είτε σε δολάρια, είτε σε αρχαίες μνες, τα λαϊκά στρώματα πρέπει οργανωμένα και μαζικά να βροντοφωνάξουν πως «δεν πληρώνουμε» ούτε πεντάρα στους εγχώριους και ξένους ομολογιούχους - τοκογλύφους.
Με δυο κουβέντες:

Ο λαός δε χρωστάει τίποτα, σε κανέναν και πολύ περισσότερο σε εκείνους που του πίνουν το αίμα και που τους πληρώνει - αδιαλείπτως - από συστάσεως του ελληνικού κράτους.
Αυτή η πολιτική, που συμπυκνώνεται σε μια φράση, «ή θα πτωχεύσει ο λαός, ή θα πτωχεύσει η πλουτοκρατία», είναι απόλυτα συνυφασμένη με την προοπτική της λαϊκής εξουσίας, της μόνης ικανής να επιβάλει τους όρους του λαού και να σταθεί αποτελεσματικά απέναντι στους ντόπιους και διεθνείς κεφαλαιοκράτες και τους οργανισμούς τους. Αυτή η πολιτική είχε περιγραφεί από τον Λένιν με τα παρακάτω λόγια:
«"Δημόσια χρέη"! Η εργατική τάξη ξέρει ότι αυτά τα χρέη δεν είναι δικά της και όταν πάρει την εξουσία θα αναθέσει την εξόφλησή τους σε εκείνους που τα έκαναν»1.
 
 1 Λένιν, Απαντα, τόμος 33, σελ. 203, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»
 
 
Πηγή : Redfly Planet

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Το Εκλογικό Αποτέλεσμα με τα Μάτια των Άλλων

Πηγή : Παραναγνώστης


Ίσως το πλέον επωφελές ανάγνωσμα για κάθε – υπό την ευρύτερη έννοια – αριστερό αυτές τις μέρες να μην είναι άλλο από τις δηλώσεις του εριτίμου κ. Δ. Δασκαλόπουλου, προέδρου του ΣΕΒ. Με μια δήλωση και μια συνέντευξη μας δίνει μια εναργή περιγραφή του πολιτικού στίγματος και των σχεδίων της αστικής τάξης. Σε αυτές τις γραμμές θα επιχειρήσω δύο πράγματα. Αφενός να κωδικοποιήσω την εκτίμηση Δασκαλόπουλου για το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μαΐου και αφετέρου να εξαγάγω κάποια πολιτικά συμπεράσματα από αυτά που λέει, από αυτά που δεν θέλει να πει κι από αυτά που βρίσκονται ανάμεσα στις γραμμές του κειμένου και των απαντήσεών του. Έχουμε και λέμε.


Οι κατά Δασκαλόπουλον αποτιμήσεις του εκλογικού αποτελέσματος

  1. Το εκλογικό αποτέλεσμα αποτελεί συνειδητή και απερίφραστη καταδίκη του φαύλου κομματικού παρελθόντος, ιδιαιτέρως δε της «διαχειριστικής, ηθικής και ιδεολογικής ελλειμματικότητας» που επέδειξαν τα μνημονιακά κόμματα τα οποία εφάρμοσαν «στρεβλά και αναποτελεσματικά το μνημόνιο, προσφεύγοντας διαρκώς σε μέτρα κοινωνικά άδικα και οικονομικά αδιέξοδα, και αποφεύγοντας τις δομικές μεταρρυθμίσεις για να μη θίξουν το κράτος τους. » νώστης
  2. Η ψήφος μετακινήθηκε ως ψήφος οργής και τιμωρίας. Δεν αντιπροσωπεύει αριστερή στροφή της κοινωνίας
  3. Δημιουργήθηκε ένα «γόνιμο αδιέξοδο» που θα μπορούσε να εκβάλει είτε σε μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» με τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ που «έχει τη δημοκρατική υποχρέωση να αποδείξει στον λαό ότι οι θέσεις του μπορούν να έχουν ρεαλιστική εφαρμογή.» θα δημιουργούσε μάλιστα διαπραγματευτικό προπύργιο σε μαι «Ευρώπη που αλλάζει» διεκδικώντας άλλη μεταχείριση για την Ελλάδα, είτε σε νέες εκλογές όπου ο λαός θα όφειλε συνεκτιμώντας το αποτέλεσμα της πρώτης εκλογής, να κάνει σαφέστερη την εντολή του επιλέγοντας το ποιος θέλει να τον κυβερνήσει.
  4. Σε κάθε περίπτωση το πολιτικό σύστημα που εγκαινίασε η μεταπολίτευση έχει πεθάνει και μακροπρόθεσμα μόνο η αναδημιουργία του πάνω στη βάση του «ηθικά αδιάβλητου και λειτουργικά αποτελεσματικού»

Διαβάζοντας τις δηλώσεις Δασκαλόπουλου

  1. Πρώτη – πρώτη παρατήρηση θα είχε κανείς να καταθέσει πως οι δηλώσεις αυτές είναι προϊόν επεξεργασίας και μάλιστα επεξεργασίας που δεν επιχειρήθηκε μετεκλογικά, ούτε καν μετά την πρόβλεψη των «κρυφών» δημοσκοπήσεων αλλά πολύ νωρίτερα. Συνηγορούν σε αυτό, όπως θα φανεί παρακάτω, η συνολική πολύπλευρη και μακράς πνοής στόχευσή τους, η ακαριαία ευθυγράμμιση των ΜΜΕ προς το πλαίσιο τακτικής που περιγράφουν και η εν χορώ πολιτική γενναιοδωρία του τέως δικομματισμού. Το «επιχείρημα» επί παραδείγματι της δημοκρατικής υποχρέωσης του ΣΥΡΙΖΑ να αυτοχειριαστεί πολιτικά αποδεχόμενος την στήριξη του τέως δικομματισμού υποβάλλεται σε όλους τους τόνους και άδεται από όλες τις σειρήνες ανεξάρτητα από την στάση του ρεφορμιστικού αυτού πολιτικού σχηματισμού που δεν θα μας απασχολήσει εδώ.
  2. Οι προπαγανδιστικοί άξονες της αστικής τάξης καθορίζονται λεπτομερώς:
    1. Η ψήφος είναι αντιμνημονιακή υπό την έννοια της στρεβλής εφαρμογής του μνημονίου και τιμωρητική της ηθικής έκπτωσης του πελατειακού κράτους που εξέθρεψε το ανίκανο, αποτυχημένο πολιτικό προσωπικό του δικομματισμού, ενώ ο λαός «έχει ξεπεράσει το τεχνικό δίλημμα «μνημόνιο – αντιμνημόνιο».»
    2. Άδειασμα του δικομματισμού και θυσία του πολιτικού του προσωπικού στο βωμό του εξευμενισμού του λαϊκού αισθήματος.
    3. Η ψήφος δεν είναι αριστερή αλλά ψήφος «δικαίας οργής και τιμωρίας»
    4. Η αναδιαπραγμάτευση της θέσεως της χώρας στην ΕΕ είναι δυνατή χάρη στην σθεναρή αντίσταση της λαϊκής ψήφου. Όχι άλλα βάρη στο λαό.
    5. Ένα νέο σημείο πολιτικής ισορροπίας μπορεί να επιτευχθεί με την «αναδημιουργία του πολιτικού συστήματος».
    6. Η οικονομική κρίση είναι ανωτέρα βία, φυσικό φαινόμενο αλλά το τροπάρι της εξόδου τώρα δεν επαναλαμβάνει μονότονα «λιτότητα», «μισθολογικό κόστος», «ανταγωνιστικότητα» και τα συναφή, αλλά πρωτίστως περιλαμβάνει την «ανάπτυξη»: με τις ίδιες του τις λέξεις ο Δασκαλόπουλος: «.... για μία κυβέρνηση πραγματικής εθνικής ενότητας, ικανής να διεκδικήσει άλλους όρους για την Ελλάδα από μία Ευρώπη που αλλάζει, στη βάση ενός εθνικού αναπτυξιακού προγράμματος για την έξοδο από την κρίση». Η ευθυγράμμιση των Ευρωπαϊκών αστικών τάξεων είναι επίσης αξιοσημείωτη: Ο Ολάντ επρόκειτο να «απαιτήσει» ανάπτυξη και με την παροιμιώδη πυγμή του θα το επιτύχει πριν καν στηθούν οι κάλπες: Επίκειται Σύμφωνο Ανάπτυξης μετά το ιερό και απαραβίαστο Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας. Η ντόπια μπουρζουαζία ακολουθεί κατά πόδας. Ανάπτυξη ρε γαμώτο, αλλά βέβαια να μην ξεχνιόμαστε: «Η ευρωπαϊκή μας πορεία και η ευημερία μας, προϋποθέτουν νοικοκυρεμένα οικονομικά, μικρότερο και αποτελεσματικό κράτος, ανταγωνιστική παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Αυτοί οι στόχοι είναι πρωτίστως εθνικοί και όχι μνημονιακοί. Και μπορούν να επιτευχθούν χωρίς άλλες περικοπές και χαράτσια, αλλά με ένα τολμηρό πρόγραμμα οικονομικής απελευθέρωσης».
    7. Στο άμεσο παρόν επίθεση ενσωμάτωσης στον ΣΥΡΙΖΑ.

  1. Η στρατηγική της αστικής τάξης είναι επίσης ευανάγνωστη :
    1. Αξιοποιεί την ίδια την ήττα του πολιτικού της προσωπικού, την απειλή που δέχεται από την εργατική τάξη, ως διαπραγματευτικό ατού για την συγκράτηση της υποβάθμισής της στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Εάν το δημόσιο χρέος είναι (επίσης) ιμάντας μεταφοράς υπεραξίας από την περιφέρεια προς το ιμπεριαλιστικό κέντρο, σε ένα οικονομικό περιβάλλον κρίσης όπου η υπεραξία είναι δυσεύρετη, κάθε μείωση του ρυθμού εκροής αυτής της υπεραξίας, αφήνει περισσότερη υπεραξία στη διάθεση της ελληνικής αστικής τάξης και επομένως υψηλότερη θέση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Στην επιδίωξη αυτή εντάσσεται και το σχέδιο ενσωμάτωσης του ΣΥΡΙΖΑ: εκτός από την πίεση του εργατικού κινήματος έχει να επιδείξει στους ιμπεριαλιστές και την ικανότητά της να το ελέγξει σε άγριες συνθήκες. Δεν θα ήταν λίγο κάτι τέτοιο.
    2. Επιχειρεί να αναδιατάξει τις δυνάμεις της πολιτικής της έκφρασης, όχι στα λόγια με ευχολόγια, αλλά με συγκεκριμένα πειραματικά σχήματα όπως αυτό του ΕΠΑΜ και της «Δημιουργίας Ξανά». Με άμεσες πρωτοβουλίες επανίδρυσης όπως αυτές του Σαμαρά σήμερα. Οργιαστική κομματογενέση!
    3. Η Επιλογή του Ευρωπαϊκού προσανατολισμού είναι σταθερή και κυρίαρχη. Το ίδιο και τα νεοφιλελεύθερα προτάγματα. Επιπλέον δεν αισθάνονται ότι η επιλογή αυτή απειλείται από την εργατική τάξη ή πολύ λιγότερο από το εκλογικό αποτέλεσμα. Οι φωνές της δραχμής που ακούγονται από τη μεριά της αστικής τάξης, μολονότι περιθωριακές, είναι ίσως το μόνο ορατό ρήγμα στην αστική παράταξη.
  2. Η τακτική της αστικής τάξης εφαρμόζεται με υποδειγματική πειθαρχία :
    1. Επιχειρεί να ενσωματώσει τον ΣΥΡΙΖΑ με το κλείσιμο της πολιτικής φάκας που μόνος του δημιούργησε και μόνος του μπήκε: Αν συγκυβερνήσει με αστικές πολιτικές δυνάμεις θα αυτοχειριαστεί πολιτικά, αν αρνηθεί θα χάσει την εκλογική του δύναμη, ενώ και στις δύο περιπτώσεις θα έχει αρκούντως δυσφημήσει κάθε αριστερά. Ο Δασκαλόπουλος δεν φαίνεται διόλου να πτοείται από το ενδεχόμενο νέας κάλπης. Θεωρώντας τη πτώση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ περίπου βεβαία στο ενδεχόμενο αυτό και τον σχηματισμό κυβέρνησης περίπου όπως παλιά για τελευταία ίσως φορά προτού αναδιαμορφωθεί το αστικό πολιτικό σκηνικό πετυχαίνει χωρίς ρίσκο να λαχταρήσει αρκούντως τα εξ Ευρώπης συνεταιράκια της Ελληνικής αστικής τάξης για κείνο το πλασαρισματάκι που λέγαμε. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα παραμείνει όμως χρήσιμος για το αστικό πολιτικό σύστημα ως ακίνδυνη ρεφορμιστική υποδοχή όποιας αφύπνισης της ταξικής συνείδησης ήθελε προκύψει. Η μόνη απώλεια για το αστικό μπλοκ θα ήταν η αναπόφευκτη φυγοκέντριση του ΣΥΡΙΖΑ και η απελευθέρωση προς την εξωκοινοβουλευτική αριστερά των αντικαπιταλιστικών (ανθυπο-) συνιστωσών του. Μικρό το κακό, κι ακόμα μικρότερο αν αυτά τα θραύσματα του ΣΥΡΙΖΑ μπολιάσουν και λίγο ρεφορμισμό στην ήδη πάσχουσα από την ασθένεια αντικαπιταλιστική αριστερά.
    2. Αφού για να ελαχιστοποιήσει την πολιτική ζημιά η μπουρζουαζία διοχέτευσε όσες ψήφους διαμαρτυρίας μπόρεσε στον φασιστικό πόλο που η ίδια έστησε , υπέθαλψε σε προστατευτικό ημίφως δημοσιότητας και πριμοδότησε συνειδητά και μεθοδικά κανοναρχώντας τον πρωτοφανή εκφασισμό της κοινωνίας , μπάζοντας τελικά τους ναζί στο κοινοβούλιο, τώρα, σε μια προσπάθεια να τους ελέγξει πολιτικά και να τους κρατήσει στην εφεδρεία, επιχειρεί, συντονισμένα και πάλι, να βγάλει στο φως, στο γυαλί της τηλεόρασης, το απεχθές τους πρόσωπο για να τρομάξουν οι νοικοκυραίοι που τους ψήφισαν.


Γενικές παρατηρήσεις

  1. Αντίθετα με τα θρυλούμενα η αστική τάξη, αν κρίνει κανείς από τον ψύχραιμο ρεαλιστικό σχεδιασμό και την πολυεπίπεδη στοχοθεσία, δεν βρίσκεται σε κρίση, τουλάχιστον όχι περισσότερο από όσο θα δικαιολογούσε η κρίση του συστήματός της: είναι συντεταγμένη και διατηρεί στο ακέραιο όλους της τους μηχανισμούς. Είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να κυβερνήσει όπως παλιά, αλλά μια νέα αστική πολιτική ηγεμονία - ισορροπία είναι σφόδρα πιθανή, όσο τουλάχιστον ο εκλογικός κρετινισμός του ΣΥΡΙΖΑ και όχι μόνου, ακινητοποιεί τις μάζες στην οθόνη τους να περιμένουν τη λύση από τις κοινοβουλευτικές μανούβρες των πολιτικών τους κηδεμόνων δεξιών ή αριστερών, όσο τελικά, βρίσκονται βαλβίδες εκτόνωσης της, ασθενούς πάντως, επαναστατικής πίεσης του προλεταριάτου. Η απόσταση αυτής της κατάστασης από τις αντιδράσεις πανικού και αποσύνθεσης της αστικής τάξης είναι το μέτρο του δρόμου που έχει να διανύσει το προλεταριάτο.

  2. Οι μηχανισμοί της αστικής τάξης αξίζουν ιδιαίτερης μνείας. Στην παρούσα συγκυρία, τα κόμματα του δικομματισμού, οι φασιστικές συμμορίες και τα ΜΜΕ (ακόμα και τα αριστερά αναχώματα τύπου ΔΗΜΑΡ που τείνουν ευήκοον το ους) μοιάζουν να βρίσκονται όλα στο ίδιο οργανωτικό επίπεδο, σε συντονισμό και απευθείας διευθυνόμενα από μία αόρατη μπαγκέτα. Η αστική τάξη διαθέτει κάτι πολύ παραπάνω από το «κόμμα της». Διαθέτει έναν στρατιωτικού τύπου πολιτικό μηχανισμό, ικανό μέσα σε λίγες ώρες να ενστερνιστεί τα προπαγανδιστικά κελεύσματα και να τα αναπαραγάγει σε όλα τα επίπεδα του εποικοδομήματος, να τα κάνει δηλαδή φραγκοδίφραγκα ενσωματώνοντάς τα σε όλες τις προφάνειες και τις συμβάσεις του κοινωνικού πεδίου. Επιπλέον, αυτός ο μηχανισμός είναι εφοδιασμένος με επιτελικό σχέδιο σαφές ευανάγνωστο και ρεαλιστικό στο βαθμό που η παράμετρος « εργατική τάξη» το επιτρέπει. Άλλωστε όπως εκτιμά ο Δασκαλόπουλος «Αθροιστικά η Αριστερά δεν αποτελεί κοινωνική πλειοψηφία. Δεν πληροί καν τις προϋποθέσεις για να αποτελέσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.» Οι ταξικοί συσχετισμοί του σήμερα σε μπουρζουάδικη ορολογία ...
    Το ερώτημα είναι τί αντιπαρατάσσουν σε αυτά οι sans culotte. 

Ο κατήφορος της ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ

Πηγή : Praxis


Σχόλιο Praxis: Λάβαμε το παρακάτω σχόλιο απο τον συγγραφέα στο mail του Praxis με αίτημα για δημοσίευση. Το δημοσιεύουμε, στα πλαίσια του πολιτικού διαλόγου και των αρχών λειτουργίας του ιστολόγιου μας. Σε ότι αφορά τα πολιτικά ζητήματα επαναλαμβάνουμε ότι η δική μας άποψη εκφράζεται αποκλειστικά απο τα κείμενα και τα σχόλια της συντακτικής επιτροπής. Για τα ειδικότερα θέματα των εκλογών, της στάσης των πολιτικών δυνάμεων κλπ θα υπάρχει αναλυτικό κείμενο μας τις επόμενες μέρες.









Η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ πλεόν έχει χάσει κάθε μέτρο. Αφού με την ψευδεπίγραφη και υποκριτική "αριστερή" στροφή της το μόνο που έχει κατορθώσει είναι να στηρίζει τις κυρίαρχες πολιτικές, τώρα πλέον οδηγεί στον αυτοχειριασμό όλο αυτό τον κόσμο, που πιστός (και δίκαια) στην ιστορική παράδοση του κομμουνιστικού ρεύματος στη χώρα μας, ακολούθησε - εκών ακών - τις άθλιες πολιτικές της. Επιπλέον αμαυρώνει, στο βαθμό που κατορθώνει να το καπηλεύεται, το ίδιο το κομμουνιστικό ρεύμα.

Η στάση της τόσο στην εκτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος (που ουσιαστικά μόνη αυτή μαζί με τον δικομματισμό βρήκε σαν απογοητευτικό) όσο και στα βρώμικα μετεκλογικά παιχνίδια είναι απλά αχαρακτήριστη και θυμίζει εποχές Μανιαδάκη και Τυρίμου.

Ιδιαίτερα η πρόσφατη δήλωση της όπου ζητά νέες εκλογές και ταυτόχρονα δηλώνει ότι «Καλούμε το λαό να... διορθώσει την ψήφο του, αν θέλει να συγχρονιστεί με τις εξελίξεις» δείχνει ότι πλέον όχι μόνο έχει πάρει διαζύγιο από την μαρξιστική λογική αλλά πλέον χωρίζει και από την απλή κοινή λογική. Θυμίζει, σε ακόμη χειρότερη εκδοχή, την διαβόητη ανοησία του Μπ.Δρακόπουλου ότι "ο λαός δικαιούται να σφάλλει" (μετά αντίστοιχη εκλογική αποτυχία του ΚΚΕεσ.).

Κάποιος θα έπρεπε να της θυμίσει - εάν οι περιβάλλοντες γνωρίζουν στοιχειωδώς - το ακόλουθο κείμενο ενός μεγάλου κομμουνιστή, του Μπ.Μπρεχτ:

«Ύστερ’ απ’ την εξέγερση της 17 του Ιούνη,

ο γραμματέας της Ένωσης Λογοτεχνών

έβαλε και μοιράσανε στη λεωφόρο Στάλιν προκηρύξεις

που λέγανε πως ο λαός

έχασε την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης,

και δεν μπορεί να την ξανακερδίσει

παρά μονάχα με διπλή προσπάθεια. Δε θα’ ταν τότε

πιο απλό, η κυβέρνηση

να διαλύσει το λαό

και να εκλέξει έναν άλλον…;»



Καλά μυαλά.