Η λειτουργία του Traverso Rossa, μεταφέρεται σταδιακά στο νέο site,

# Marxism.

Ωστόσο, το υπάρχον blog και το υλικό που περιέχει, θα παραμείνουν προσβάσιμα.



23 Ιουνίου 2012

Η δικαιοσύνη στον Marx. Ένα ιστορικοϋλιστικό αντισκεπτικιστικό και αντισχετικιστικό επιχείρημα




του Φιλίππου Βασιλόγιαννη

Πολλοί σχολιαστές - μαρξιστές και μη - θα θεωρούσαν κοινότοπη την κρίση για τον σκεπτικιστικό ή και σχετικιστικό χαρακτήρα της Μαρξικής - και μαρξιστικής αντίληψης της δικαιοσύνης. Αυτό σημαίνει ότι γενικά θεωρείται ότι (και) κατά τον Marx η «αξία» της δικαιοσύνης ανάγεται άμεσα σε ταξικά συμφέροντα ή και ότι υπάρχουν πολλές - ανάλογα με τα προκείμενα ταξικά συμφέροντα - ισόκυρες αντιλήψεις (ή ιδεολογίες) της δικαιοσύνης. Οι επόμενες αναπτύξεις υπερασπίζονται τον αντισκεπτικιστικό και αντισχετικιστικό χαρακτήρα της ιστορικοϋλιστικής (διαλεκτικής) αντίληψης της.2 Ότι δηλαδή - μεταξύ επιστήμης (ή κριτικής της πολιτικής οικονομίας) και ιδεολογίας... - υπάρχει, από ιστορικοϋλιστική άποψη, ένα ίδιον πεδίο αντικειμενικότητας των ηθικών αξιών. Αυτό που ο L. Althusser - μάλλον απερίσκεπτα - χαρακτηρίζει με την έκφραση: η προλεταριακή ιδεολογία είναι μεν ιδεολογία, αλλά «μια πολύ ιδιαίτερη ιδεολογία... δεν είναι μια τυχούσα ιδεολογία».3

Η εν λόγω υπεράσπιση δεν δύναται να επιτελεσθεί χωρίς κάποιο μεταφυσικό4 κόστος. Το περαιτέρω - και εδώ θελημένα αναπάντητο - ερώτημα είναι ακριβώς ποια μεταφυσική είναι κατάλληλη για την ιστορικοϋλιστική αντίληψη των ηθικών αξιών.5

1. Αφετηρία της σχετικής προβληματικής είναι ο εντοπισμός μιας αντινομίας της δικαιοσύνης:

Θέση: η ανταλλαγή ίσων αξιών, επομένως και της εργασιακής δύναμης με το χρηματικό ισοδύναμο της, είναι σε κάθε δυνατό κόσμο - πόσο μάλλον στον καλύτερο δυνατό κόσμο... - πάντοτε δίκαιη.

Αντίθεση: η ανταλλαγή της εργασιακής δύναμης με το χρηματικό ισοδύναμο της, όπου είναι νοητή - δηλαδή μόνο στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής6 - είναι πάντοτε άδικη.

Σύμφωνα με την θέση της προκείμενης αντινομίας η κρίσιμη ανταλλαγή είναι δίκαιη, διότι καθένας λαμβάνει ακριβώς αυτό, το οποίο αξίζει το αντικείμενο του συναλλαγής (αρχή της αξιακής ταυτότητας της εργασιακής δύναμης). Δεν δύναται επομένως - αν τηρείται αυστηρά ο κανόνας της αξίας - ποτέ ν' αδικηθεί. Σύμφωνα με την αντίθεση της η εν λόγω ανταλλαγή είναι άδικη, διότι η εργασιακή δύναμη έχει την ιδιότητα να παράγει περισσότερη αξία από την αξία της (αρχή της αξιοποίησης).

2. Ερωτάται: Τι είδους αντινομία είναι αυτή (από μεταφυσική άποψη);

Ας την αναλογισθούμε κατ' αρχήν με εκείνο το είδος των αντινομιών του λόγου στην Καντιανή Κριτική του καθαρού λόγου.1 Ο Kant8 - υπενθυμίζω - διακρίνει δύο είδη αντινομιών του (θεωρητικού) λόγου: τις μαθηματικές και τις δυναμικές. Πρόκειται για ζεύγη προτάσεων, οι οποίες αντιφάσκουν, αν και - τουλάχιστον prima facie - δικαιολογούνται εξ ίσου εύλογα. Την μέθοδο επίλυσης τους, που ακολουθεί, την αποκαλεί σκεπτική και την αντιδιαστέλλει προς τον σκεπτικισμό: είναι δυνατόν δηλαδή να νοήσουμε το αντικείμενο τους (: το «απόλυτο»), αλλά είναι αδύνατον να το γνωρίσουμε. Διότι οι ρυθμιστικές αρχές του λόγου καταλαμβάνουν μόνον τα φαινόμενα (ως αντικείμενα δυνατής εμπειρίας), όχι τα «πράγματα καθ' εαυτά». Στην περίπτωση των μαθηματικών αντινομιών και οι δύο αντιθετικές αποφάνσεις είναι ψευδείς, στην περίπτωση των δυναμικών αληθείς.

Κατά την ιστορικοϋλιστική διαλεκτική οι αντινομίες δεν (πρέπει ν') αποτελούν απλώς αντινομίες του λόγου: (πρέπει να) έχουν μια κάποια εσωτερική σχέση με τα πράγματα («καθ' εαυτά»: όχι απλώς ως αντικείμενα δυνητικής ή ενεργής εμπειρίας). Η υλιστική διαλεκτική δηλαδή (πρέπει να) υποστασιοποιείτα αντικείμενα των αντινομιών. Μ' άλλες λέξεις, η προκείμενη αντινομία (πρέπει ν') αποτελεί ιδιότητα των πραγμάτων («καθ' εαυτά»), μία «πραγματική αντίφαση»9 της αξίας της δικαιοσύνης.10

Έτσι π.χ. ενδεχομένως δικαιολογούνται - μεταφυσικά'1 - οι επόμενες Marxiκές επισημάνσεις:12

«... η αξία της εργασιακής δύναμης και η αξιοποίηση της κατά την διαδικασία της εργασίας είναι δύο διαφορετικά μεγέθη. Αυτήν την διαφορά αξίας έλαβε υπ' όψη του ο κεφαλαιοκράτης, όταν αγόρασε την εργασιακή δύναμη... η εργασία πρέπει να καταναλώνεται με ωφέλιμη μορφή, για να δημιουργεί αξία. Το αποφασιστικό όμως είναι η ειδική αξία χρήσης αυτού του εμπορεύματος, η ιδιότητα να είναι πηγή αξίας, και μάλιστα περισσότερης απ' όση έχει το ίδιο. Αυτή είναι η ειδική υπηρεσία που ο κεφαλαιοκράτης προσδοκά απ' αυτήν...

Όλοι οι όροι του προβλήματος [: "όπου υπάρχει ισότητα δεν υπάρχει κέρδος"!] λύθηκαν και οι νόμοι της ανταλλαγής εμπορευμάτων δεν παραβιάσθηκαν με κανένα τρόπο».

3. Αυτός ο τρόπος προσέγγισης της προκείμενης αντινομίας της δικαιοσύνης είναι θεωρητικός. Αν την εξετάσουμε και από πρακτική σκοπιά ανακαλύπτουμε μία περισσότερο κρίσιμη διαφορά μεταξύ της Καντιανής και της ιστορικοϋλιστικής θεώρησης της.

Η Καντιανή απάντηση στο ζήτημα της άρσης της ισοδυναμίας των όρων της αντινομίας από πρακτική άποψη ακολουθεί γενικά την εξής ιδέα: για ν' αναιρέσουμε την (σχετικιστική) ισοδυναμία τους πρέπει ν' αφαιρέσουμε τα (μερικά) περιεχόμενα τους, ως λόγους για πράξεις (δίκαιης ιδιοποίησης), και να βασίσουμε την πρακτική της δικαιοσύνης σ' έναν καθολικά αποδέξιμο κανόνα (: justice as fairness13 !). Η ιστορικοϋλιστική θεώρηση αντίθετα (πρέπει να) προσδοκά την άρση της ισοδυναμίας τους στην προοπτική της ανάπτυξης (μιας κάποιας ανάπτυξης) των μερικών περιεχομένων τους ή ορθότερα του δεσπόζοντος μερικού περιεχομένου τους. Και εδώ ανακύπτει το μεθοδολογικό ζητούμενο ως προς την (αξιολογική και εξηγητική) σχέση μορφής και περιεχομένου.

Η Καντιανή επίλυση της αντινομίας π.χ. μεταξύ ελευθερίας και αναγκαιότητας βασίζει την ιδέα της ελευθερίας στην θεωρία των δύο κόσμων:14 του εμπειρικού και του νοητού. Η μετοχή του ανθρώπινων όντων (και) στον δεύτερο κόσμο καθιστά δυνατή την κατηγορική προσταγή. Πρόκειται για την - συχνά παρεξηγημένη - μεθοδολογική τυποκρατία της Kanticwjc ηθικής φιλοσοφίας - στην περίπτωση μας για την βούληση, που δεν έχει άλλη αιτία παρά μόνον τον ίδιο τον εαυτό της. Αυτή η μεθοδολογική τυποκρατία θεμελιώνει την εγκυρότητα των ηθικών κρίσεων για «πράξεις, που θα όφειλαν να γίνουν, αν και δεν έγιναν»· εν ολίγοις την ιδέα της αυτονομίας, ως ιδέας του λόγου, «της οποίας η αντικειμενικότητα είναι καθ' εαυτήν αμφίβολη».15

Η ιστορικοϋλιστική άρση των αντινομιών (πρέπει να) έχει και από πρακτική άποψη (μια κάποια) εσωτερική σχέση με τα πράγματα («καθ' εαυτά»), ειδικότερα με μία συγκεκριμένη δυναμική των πραγμάτων: την υπεροχή του περιεχομένου έναντι της μορφής.16 Ώστε η άρση των αντινομιών ν' αποτελεί αντικείμενο βάσιμων προσδοκιών:

«θα ήταν ανοησία, αν μιλούσαμε για φυσική δικαιοσύνη... Η δικαιοσύνη στις συναλλαγές μεταξύ των φορέων της παραγωγής βασίζεται στο δεδομένο ότι οι συναλλαγές αυτές απορρέουν ως φυσικές συνέπειες από τις σχέσεις παραγωγής. Οι νομικές μορφές, με τις οποίες εμφανίζονται αυτές οι οικονομικές συναλλαγές..., δεν δύνανται, ως απλές μορφές, να καθορίσουν το ίδιο το περιεχόμενο. Απλώς το αποτυπώνουν. Το περιεχόμενο αυτό είναι δίκαιο, όταν αντιστοιχεί στον τρόπο παραγωγής, όταν του προσήκει. Είναι άδικο, όταν αντιβαίνει σ' αυτόν».17

4. Ο Marx επισημαίνει, εν όψει των προκειμένων, ότι η δουλεία πάνω στην βάση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής είναι άδικη. Το ίδιο άδικη - ως προς τον κεφάλαιο κρατικό τρόπο παραγωγής - θα είναι και η ικανοποίηση των αναγκών όλων ανεξάρτητα από το κριτήριο της πραγματικής προσφοράς τους εργασίας, δηλαδή της αξιοποίησης της εργασιακής δύναμης τους.

Γνωρίζουμε ότι ο Marx αρνείται να γράψει «συνταγές για το μαγειρείο του μέλλοντος».18 Και ως προς αυτήν την άρνηση του είναι διαφωτιστική μία ακόμη μεθοδολογική συσχέτιση της (ζητούμενης) ιστορικοϋλιστικής αντίληψης των αξιών με την Καντιανή φιλοσοφία της ιστορίας. Ο Kant - ως προς το ζήτημα των «βάσιμων προσδοκιών» - θέτει το ερώτημα: «πώς είναι δυνατή a priori μία (μελλοντική) ιστορία;» και απαντά κυνικά: «όταν ο προφήτης δημιουργεί και διαρυθμίζει ο ίδιος τα συμβάντα που προαναγγέλει».19 Πρόκειται για μία απαξιωτική κρίση: «Οι Ιουδαίοι προφήτες [όπως αντίστοιχα οι πολιτικοί...] σωστά προφήτευσαν την αργά ή γρήγορα επικείμενη όχι απλώς παρακμή, αλλ' ολοκληρωτική διάλυση του κράτους τους, διότι οι ίδιοι ήσαν οι πρωταίτιοι αυτού του πεπρωμένου τους»20 ! Μία μεταφυσικά δικαιολογημένη μελλοντική ιστορία δεν αποτελεί, κατά τον Kant, παρά μία ιδέα του λόγου βάσει της ανάπτυξης των γενικών ανθρωπολογικών δεδομένων.

Η ιστορικοϋλιστική θεώρηση της ιστορικότητας των αξιών (πρέπει να) είναι περισσότερο συσχεσιακή. Το δεδομένο ότι ένα αξιακό περιεχόμενο είναι άδικο, όταν αντιφάσκει με ένα τρόπο παραγωγής, μ' αυτόν τον τρόπο παραγωγής, σημαίνει ότι είναι δίκαιο ως προς έναν άλλον τρόπο παραγωγής. Επειδή επί πλέον για τους επαναστάτες δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής στο παρελθόν..., το περιεχόμενο αυτό δύναται να συλληφθεί ως άδικο βάσει κάποιων αξιολογήσεων, μεθοδολογικά πρότερων του ζητούμενου τρόπου παραγωγής - (αν βέβαια) ο μαρξισμός δεν (θέλει να) είναι ιστορισμός...

5. Το μαρξιστικό corpus διαθέτει ένα κείμενο, το οποίο αναπτύσσει ακριβώς τον άδικο - ως προς τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής - χαρακτήρα ενός συγκεκριμένου περιεχομένου δικαιοσύνης, για ν' αναζητήσει έγκυρα τους πραγματικούς όρους της ιστορικοπολιτικής δικαίωσης του. Πρόκειται για την «Κριτική του προγράμματος της Γκότα».21 Στην κριτική αυτή δείχνεται ανάγλυφα τόσο ο απολογητικός ή αντιδραστικός χαρακτήρας της ανάπτυξης ενός άδικου αξιακού περιεχομένου χωρίς την προοπτική ενός άλλου τρόπου παραγωγής, όσο και ο ουτοπικός χαρακτήρας της ανάπτυξης του χωρίς την συγκεκριμένη αντίθεση του προς τον τρόπο παραγωγής, στον οποίο αντιβαίνει.

Πρέπει να επισημανθεί το πεδίο αναφοράς: οι κρίσιμες αξιολογήσεις ενός άδικου - για τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής - περιεχομένου δικαιοσύνης - αξιολογήσεις, ως προς τις οποίες είμαστε κατ' αρχήν αναπόδραστα ταξικά τοποθετημένοι - αποτελούν τα πρωταρχικά ενεργήματα σύλληψης και περιγραφής ενός άλλου τρόπου παραγωγής: «Η έννοια της δικαιοσύνης», παρατηρεί ο Κ. Ψυχοπαίδης, «την οποία περιέχει η κριτική της πολιτικής οικονομίας, προκύπτει ακριβώς στη φάση της μετάβασης κατά την εξέλιξη του τρόπου παραγωγής από τη φάση που αντιστοιχεί στο δίκαιο του καπιταλιστή και της ατομικής ιδιοποίησης... στη φάση της αναπτυγμένης σε κοινωνική κλίμακα παραγωγής, στην οποία γεννιέται κριτικά, ως άρνηση της αναντίστοιχης προς το περιεχόμενο μορφής, η ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης κατά την ιδιοποίηση».22

Περαιτέρω: εφ' όσον δύο τρόποι παραγωγής διαφέρουν σε κάποια αξιακά χαρακτηριστικά τους, πρέπει αναγκαία να διαφέρουν και σε κάποια μη αξιακά χαρακτηριστικά τους (αρχή της επελευσιμότητας)23.. .

6. Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις πρέπει να διαβασθεί η «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» - και είναι αναγκαίο μεταφυσικά να διαβασθεί έτσι. Υπενθυμίζω, κάτω απ' αυτό το φως, τις βασικές γραμμές της Μαρξικής επιχειρηματολογίας.

Το Πρόγραμμα εκλαμβάνει ότι «η απελευθέρωση της εργασίας απαιτεί την αναγωγή των μέσων εργασίας σε κοινό αγαθό της κοινωνίας και την συνεταιριστική ρύθμιση της συνολικής εργασίας με δίκαιη διανομή του εσόδου της εργασίας». Ο Marx αναρωτιέται: «Τι είναι "δίκαιη διανομή";» Και απαντά: «Δεν ισχυρίζονται άραγε οι αστοί ότι η σημερινή διανομή είναι "δίκαιη"; Και δεν είναι πράγματι η μόνη "δίκαιη" διανομή με βάση τον σημερίνό τρόπο παραγωγής;».24 Ακολουθεί μία έκθεση των βασικών αρχών διανομής μιας (υποθετικής) κοινωνίας χωρίς ατομική ιδιοκτησία, αλλά με αστικό δίκαιο (contradictio in adjecto;).

Η ορθόδοξη ερμηνευτική γραμμή γι' αυτήν την παρέκβαση υπήρξε η θεωρία των δύο σταδίων ανάπτυξης της μετακεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, του «σοσιαλιστικού» και του stricto sensu «κομμουνιστικού».25 Αν όμως θεωρήσουμε την Μαρξική κριτική από την εδώ επιχειρηματολογική σκοπιά, τότε πρόκειται απλώς για το δεδομένο που έχει ήδη επισημανθεί: ότι είναι αδύνατο να συλληφθεί και να περιγραφεί ικανοποιητικά ο ζητούμενος νέος τρόπος παραγωγής με τα εννοιολογικά μέσα δικαιοσύνης του προηγούμενου. Οι κρίσιμες αξιολογήσεις του Marx είναι:

Στο πλαίσιο μιας κοινωνίας με αστικό δίκαιο και χωρίς ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής «ισχύει η ίδια αρχή που ρυθμίζει την ανταλλαγή των εμπορευμάτων, καθότι πρόκειται για ανταλλαγή ίσων αξιών... [Κ]ανένας δεν δύναται να δώσει τίποτε άλλο από την εργασία του και... τίποτε δεν δύναται ν' αποτελέσει ιδιοκτησία των μεμονωμένων προσώπων εκτός από τα ατομικά μέσα κατανάλωσης. Ως προς την διανομή δε των τελευταίων στους μεμονωμένους παραγωγούς ισχύει η ίδια αρχή, όπως και στην ανταλλαγή ισοδυνάμων εμπορευμάτων, ανταλλάσσεται δηλαδή ίση εργασία σε μία μορφή με ίση εργασία σε άλλη μορφή... Ώστε εδώ το ίσο δίκαιο εξακολουθεί να είναι κατ' αρχήν το αστικό δίκαιο, αν και δεν βρίσκεται στα μαχαίρια η αρχή με την πράξη...» .26

7. Η έννοια της δικαιοσύνης όμως, που εμπεριέχεται στην κριτική της πολιτικής οικονομίας, δεν δύναται παρά ν' αναζητά έναν περισσότερο ριζικό (σύστοιχο) τρόπο διανομής, ο οποίος να δύναται να περιγράψει ικανοποιητικά τον νέο τρόπο παραγωγής. Συγχρόνως τα ζητούμενα πρωταρχικά ενεργήματα αξιολόγησης πρέπει ν' αποτελούν και λόγους για την επαναστατική πράξη μιας δίκαιης ιδιοποίησης της εργατικής τάξης.27 Πράγματι «ο ένας υπερέχει έναντι του άλλου φυσικά ή πνευματικά, προσφέρει δηλαδή στον ίδιο χρόνο περισσότερη εργασία, ή δύναται να εργάζεται περισσότερο χρόνο... Περαιτέρω: ένας εργάτης είναι παντρεμένος, ο άλλος δεν είναι, ένας έχει περισσότερα παιδιά από τον άλλο κ.λπ. Με ίση προσφορά εργασίας και επομένως με ίση συμμετοχή στο κοινωνικό απόθεμα μέσων κατανάλωσης ο ένας παίρνει στην πραγματικότητα περισσότερα από τον άλλον, ο ένας είναι πλουσιότερος από τον άλλον κ.λπ. Για ν' αποφευχθούν αυτές οι δυσχέρειες θα έπρεπε το δίκαιο να είναι μάλλον άνισο παρά ίσο».28

Το επόμενο επιχειρηματολογικό βήμα του Marx έγκειται στον επιγενόμενο, εφ' όσον «το [ισχύον] δίκαιο δεν δύναται να είναι ανώτερο απ' ό,τι είναι η οικονομική διαμόρφωση και η οφειλόμενη σ' αυτήν ανάπτυξη της καλλιέργειας της κοινωνίας»,29 βάσιμο ιστορικοϋλιστικό ισχυρισμό ότι μόνον η ανάπτυξη του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής καθιστά ιστορικοπολιτικά δυνατή την αρχή διανομής: «Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητες του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του!».30

Την προκείμενη αρχή διανομής μόνο μία (μεταφυσικά) εσφαλμένη ανάγνωση του ανωτέρου Μαρξικού κειμένου την υποβιβάζει στον τύπο των προγνώσεων των Προφητών της Βίβλου. Κατ' αυτήν δεν δύναται ν' αποτελεί παρά απλώς το αποτέλεσμα της πλήρους ανάπτυξης της αταξικής κοινωνίας, ως κοινωνίας αφθονίας. Η εν λόγω αρχή διανομής όμως, ως σύστοιχη με την αρχή αξιολόγησης του άδικου - ως προς τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και τις επιβιώσεις του - (ιστορικοπολιτικά όμως γενικεύσιμον) περιεχομένου δικαιοσύνης, που αναπτύχθηκε αμέσως προηγουμένως σε γενικές γραμμές, φαίνεται ότι μεταφυσικά πρέπει με κάποιον τρόπο να προϋποτεθεί στις προκείμενες Μαρξικές αξιολογήσεις. Διαφορετικά, όχι απλώς δεν θα είχε νόημα, αλλά θα ήταν (μεταφυσικά) αδύνατη η Μαρξική κριτική εφ' όσον βέβαια αρνηθούμε την ανεπιεική υπόθεση ότι ο Marx παραλογίζεται ή μας εξαπατά.31 Το μεταφυσικό ερώτημα - και η Καντιανή μεταφυσική υπεροχή - δηλαδή παραμένει: πώς είναι (πλήρως) δυνατή μία έγκυρη αξιολόγηση;





1. Το μικρό αυτό δοκίμιο δεν θα είχε γραφεί χωρίς την ανάμνηση του άρθρου του Κ. Ψυχοπαίδη 1985.

2. Αναθεωρώ έναν απρόσεκτο, και γι' αυτό ανεπιεική χαρακτηρισμό (Βασιλόγιαννης 1996:419): «... η υποτιθέμενη ως συστατική μιας μαρξιστικής θεωρίας της δικαιοσύνης - αν αυτή είναι βέβαια δυνατή βάσει των επιστημολογικών προϋποθέσεων του (σκεπτικού) μαρξισμού (όχι του κομμουνιστικού πολιτικού κινήματος!) αρχή...».

3. Althusser 1977: 46 επ.

4. Χρησιμοποιώ το κατηγόρημα «μεταφυσικός» ως δηλωτικό του εν γένει ερωτήματος: πώς είναι δυνατή (έγκυρα δεσμευτική) η (θεωρητική, πρακτική ή τελολογική) κρίση ρ; Με την έννοια αυτή μία πλήρης μεταφυσική πρέπει ν' απαντά ικανοποιητικά στα ερωτήματα: α) πώς δύναμαι να γνωρίζω, β) τι οφείλω να πράξω και γ) τι επιτρέπεται να προσδοκώ;

5. Πρβλ. Boyd 1989:298.

6. Η συνθήκη του «κεφάλα ιοκρατικού τρόπου παραγωγής», θα ισχυριζόταν κάποιος, καθορίζει τον «συνθετικό» χαρακτήρα της πρότασης αυτής, σε αντίθεση προς τον απόλυτο («αναλυτικό») χαρακτήρα της πρώτης πρότασης. Από ιστορικοϋλιστική (ολιστική) άποψη πρέπει να δειχθεί ότι και ο φαινομενικά απόλυτος χαρακτήρας της πρώτης πρότασης είναι «συνθετικός»· έχει δηλαδή την πηγή του σε ιστορικοπολιτικά συγκείμενα: ακόμη και οι νόμοι της λογικής ενέχουν μία ισχυρή πιθανότητα μεταβολής!

7. Η εν λόγω αναλογία χρησιμοποιείται με μία αυστηρά μεθοδολογική σημασία. Από την άποψη αυτή - τουλάχιστον - δεν είναι δυνατές αντιρρήσεις ως προς το θεμιτόν της. Τέτοιες αντιρρήσεις θα ήταν εύλογες, αν επρόκειτο για αντινομίες με το αυτό περιεχόμενο - βέβαια κάποιοι δεν θ' άντεχαν στον (εμπειριστικό θετικιστικό) πειρασμό να ταυτίσουν τις Kantiavec «κοσμολογικές ιδέες» με stricto sensu «κοσμοθεωρήσεις»... Εν πάση περιπτώσει η μεταφυσική νομιμότητα της εν λόγω μεθοδολογικής αναλογίας ενισχύεται από την ίδια την - παρεμπίπτουσα, και ανεξάρτητα από την βασιμότητα της ιστορικοϋλιστική κριτική στην Καπίιανή θεωρητική φιλοσοφία (βλ. π.χ. Engels 1890: 297, τον ίδιο 1888: 276), λαμβανομένων περαιτέρω υπ' όψη και των συγγενών Εγελιανών αντιρρήσεων (βλ. π.χ. Hegel 18023) για την τυποκρατία και την παντοδυναμία του δέοντος στην ηθική φιλοσοφία του Kant.

8. Βλ. Kant 1781 1787: 426 επ. 454 επ.

9. Βλ. πρόχειρο Balibar 1993: 100 επ.

10. Πρβλ. αντί σχολίου Davidson 1993: 243: «... είναι αδύνατον να πιστέψει κανείς μια αντίφαση· ως προς αυτό, οι πεποιθήσεις μας για τον κόσμο δεν μπορεί να είναι ψευδείς. Είναι δυνατόν όμως να πιστεύει κανείς αντιφατικές αποφάνσεις: μπορεί κανείς να πιστεύει ότι κάποια απόφανση p είναι αληθής, και να πιστεύει επίσης ότι η άρνηση της p είναι αληθής. Αυτό που δεν μπορεί κανείς να πιστεύει είναι ότι μια απόφανση της μορφής [ρ και όχι ρ] είναι αληθής... Φυσικά είναι δυνατόν να νομίζεις ότι πιστεύεις μία αντίφαση· ο Ηράκλειτος το νόμιζε. Μα έκανε λάθος».

11. Πρβλ. π.χ. Marx 1867: 90: Οι κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας «[ε]ίναι κοινωνικά ισχύουσες, και επομένως αντικειμενικές μορφές νόησης για τις σχέσεις παραγωγής αυτού του ιστορικάπροσδιορισμένου κοινωνικού τρόπου παραγωγής...»,y12. Ο.π.: 208 επ.

13. Βλ. Rawls 1971.., 14. Βλ. Kant 1785: 452.

15.Ο.π:455.

16. Πρβλ. Engels 1884: 37: «"Η οικογένεια" λέει ο Morgan "είναι το ενεργό στοιχείο... [τ]α συστήματα συγγένειας αντίθετα είναι παθητικά...". "Και" προσθέτει ο Marx "το ίδιο συμβαίνει με τα πολιτικά, νομικά, θρησκευτικά, φιλοσοφικά συστήματα γενικά"».

17.. Marx 1894: 351 επ.

18.. Βλ. Marx 1873:25.

19.. Kant 1798: 78 επ.

20.. Ο.π.: 79.

21.. Αλλως ο Σταμάτης 1988: 100 επ.

22.. Ψυχοπαίδης 1985: 134.

23.. Βλ. Hurley 1989:235 (: supervenience).

24.. Marx 1891: 18· η έμφαση δίκη μου.

25.. Βλ. π.χ. Λένιν 1918: 171 επ., 176 επ.

26.. Marx 1891:20.:

27.. Πρβλ. Δημούλη Γιαννούλη 1995: 220 επ..: ··,.'.

28.. Marx 1891: 20 επ.

29.. Ο.π.:21.''.','.

30.. Ο.π.'·,.·'·

31.. «... [ε] ίναι πιο πιθανό να έχουμε κάνει κακή μετάφραση, παρά να είναι είναι ολότελα τρελός ο συνομιλητής μας» (Quine 1960: 59)!'





ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕς Althusser, L. 1977: Σημείωση σχετικά με τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους, μτφ. Μ. Ιωαννίδης, Θέσείς21 (1987), 3739

Balibar, Ε. 1993: The philosophy of Marx, μτφ. C. Turner, London New York

Βασιλόγιαννης, Φ. 1996: Συνταγματολογικές χρήσεις του επιχειρήματος της βεβαιότητας και της ασφάλειας του δικαίου, διδ. διατρ., Αθήνα (αδημ.)

Boyd, R. 1989: How to be a Moral Realist, εις: Ρ. Moser J.D.Trout, Contemporary materialism: a reader, London 1995,297343

Davidson, D. 1993: Μέθοδος και μεταφυσική, μτφ. Β. Κιντή, εις: Δευκαλίων 11 3, 239248

Δημούλης, Δ. Γιαννούλη, Χ. 1995: Η διαλεκτική του πολέμου, Αθήνα Engels, F. 1884: Der Ursprung der Familie, des Privateigentums und des Staats, εις: K. Marx F. Engels, Werke, τ. 21, Berlin 1975,25173

- 1888: Ludwig Feuerbach und der Ausgang der klassischen deutschen Philosophie, εις: Κ. Marx F. Engels, Werke, τ. 21, Berlin 1975, 259307

- 1892: Einleitung [zur englischen Ausgabe der «Entwicklung des Sozialismus von der Utopie zur Wissenschaft»], εις: Κ. Marx F. Engels, Werke, τ. 22, Berlin 1975,287311 Hegel, G.W.F. 18023: Über die wissenschaftlichen Behandlungsarten des Naturrechts, εις: G.W.F. Hegel, Sämtliche Werke, 4η έκδ. της Jubiläumsausgabe, Stuttgart 1964,437597

Hurley, S.L. 1989: Natural Reasons, New York Oxford Kant, I. 1781 1787: Kritik der reinen Vernunft, 1η 2η έκδ. Riga

1785: Grundlegung zur Metaphysik der Sitten, εις: Kant's gesammelte Schriften, τ. 4, Berlin, 1903 1911,385464

- 1798: Der Streit der Fakultäten, εις: Kant's gesammelte Schriften, τ. 7, Berlin, 1917,1116

Λένιν, Β. 1918: Κράτος και επανάσταση, μτφ. Φ. Φωτίου, Αθήνα 1982 Marx, Κ. 1867: Das Kapital, τ. 1, εις: Κ. Marx F. Engels, Werke, τ. 23, Berlin 1975

- 1873: Nachwort στην δεύτερη έκδοση του «Das Kapital», εις Κ. Marx F. Engels, Werke, τ. 23, Berlin 1975, 1828

1891: Kritik des Gothaer Programms, εις: Κ. Marx F. Engels, Werke, τ. 19, Berlin 1982, 1332

- 1894: Das Kapital, τ. 3, εις: K. Marx F. Engels, Werke, τ. 25, Berlin 1975 Quine, W.V. 1960: Word and Object, Cambridge Mass. Rawls, J. 1971: A Theory of Justice, Cambridge Mass. Σταμάτης, Γ. 1988: Σχέδιο και αγορά στις σοσιαλιστικές οικονομίες, Αθήνα Ψυχοπαίδης, Κ. 1985: Η υλιστική θεωρία της «δίκαιης» ιδιοποίησης, εις: Κ. Σταμάτη (επ.), Μελέτες για μια κριτική θεώρηση του δικαίου, Θεσσαλονίκη.

Πηγή : Θέσεις,  Τεύχος 56, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1996

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

1. Αναδημοσιεύονται όλα τα σχόλια , που ο συγγραφέας τους, χρησιμοποιεί τουλάχιστον, ψευδώνυμο.

2. Δεν αναδημοσιεύονται υβριστικά σχόλια

3. Αποκλείονται ρατσιστικά, φασιστικά και κάθε είδους εθνικιστικά σχόλια.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.